Ο Πολιούχος Άγιος και Προστάτης του νησιού μας Άγιος Διονύσιος, ο κατά κόσμον Δραγανίγος Σιγούρος, γόνος μιας από τις αρχαιότερες οικογένειες της Ζακύνθου, γραμμένης στη Χρυσόβιβλο των ευγενών και κάτοχος μεγάλου μέρους της Ζακύνθου σαν περιουσιακό στοιχείο, αντάλλαγμα της Ενετικής αρχής για τις υπηρεσίες, τις οποίες προσέφερε ο πατέρας του προς αυτήν κατά τους ενετοτουρκικούς πολέμους, όντας ο ίδιος γενναίος πολέμαρχος και σοπρακόμιτος.
Πρωτότοκος ο Κωνσταντίνος, δευτερότοκος ο Δραγανίγος και τελευταία η κόρη Σιγούρα. Λαμπρό μέλλον προοιώνιζε για τα παιδιά η απέραντη κτηματική περιουσία, το όνομα, η αριστοκρατική για την εποχή καταγωγή και η δόξα των πολεμάρχων προγόνων. Και οι γονείς φρόντισαν να τον διαπαιδαγωγήσουν με τους άριστους δασκάλους της εποχής. Όμως η πλούσια για την εποχή παιδεία που απέκτησε ο Άγιος Διονύσιος δεν συγκίνησαν γνωστικά την ψυχήν του, ούτε οδήγησαν τον νουν προς τις ατραπούς της επιστήμης, όραμα κάθε νέου της εποχής που είχε τα απαιτούμενα μέσα, αντίθετα τον συγκινούσε υπέρμετρα το μεγαλείο της Δημιουργίας, ο Δημιουργός της και οι συνάνθρωποί του, τους οποίους έβλεπε όχι με το βλέμμα της υπεροχής και της δύναμης των υλικών αγαθών, αλλά της συμπόνιας, της φιλαλληλίας, της αγάπης και της ευσπλαχνίας. Συγκλονίζει την ψυχή του το Υπέρτατο Αγαθό, η Αρετή, η Τελειότης, η Θέωση, όπως διατύπωσαν την έννοια αυτή οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι.
Ένοιωθε ότι το πέρασμα του ανθρώπου από την πρόσκαιρη αυτή ζωή πρέπει να έχει ανώτερους στόχους, πέρα από τα υλικά αγαθά και τη μιζέρια της καθημερινότητας που μόνο πληγές αφήνουν στην ψυχή του ανθρώπου, όταν βασανίζεται στη ροή της σύντομης επίγειας ζωής του και της καθημερινότητας. Η απώλεια των γονέων του τον προβληματίζει έτσι περισσότερο και επιταχύνει την απόφασή του να ντυθεί το ράσο το μοναχικό, το ιερό παραμάντι κατά την έκφραση της εποχής του Νοέμβρη του 1568 σε ηλικία 21 ετών και ο Δραγανίγος μετονομάστηκε σε Δανιήλ και εξέλεξε σαν μοναστήρι της μετάνοιας και της προσευχής του την αυτοκρατορική μονή της Παναγίας της Παντοχαράς των Στροφάδων, ενώ ταυτόχρονα, ο Ενετός Προβλεπτής Ζακύνθου παραχωρεί ισόβια στον ιερωμένο άρχοντα Σιγούρο την ιστορική μονή της Παναγίας της Αναφωνήτριας. Είναι χαρακτηριστικά όσα γράφει ο Ενετός Προβλεπτής Ζακύνθου προς τον Δόγη της Βενετίας: «Έχω αντιληφθεί και ο ίδιος την ειλικρίνεια, την άκραν αρετήν και την υποδειγματικήν του ζωή, κοσμούμενη από αξιέπαινα ήθη». Ύστερα από την μοναστική δοκιμασία χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και διορίστηκε ηγούμενος και των 2 μονών. Ο γεννημένος άνωθεν ιερωμένος έδειξε αμέσως τα μεγάλα φτερά της αγνής και άμωμης ψυχής του, τον εκκλησιαστικό ζήλο και την μέχρι αυταπαρνήσεως αγάπη προς τον συνάνθρωπο. Η απόκοσμη, υπέρχρονη και σεβάσμια μορφή του ενέπνεε από τότε τον γενικό σεβασμό ιερωμένων και λαϊκών με την απέραντη ανεκτικότητα και καλοσύνη, με την ταπεινοφροσύνη, την υποδειγματικήν ασκητική ζωή και τις ακούραστες φροντίδες του για κάθε ζήτημα. Μοιράζει τη ζωή του ανάμεσα στα 2 μοναστήρια ταξιδεύοντας με τα πρωτόγονα της εποχής μέσα μη υπολογίζοντας τα άγρια χειμωνιάτικα κύματα που γαλήνευαν στο πέρασμα της Άγιας μορφής του.
Ο Γούμενος που εγκόσμια και πλούτη είχε αφήσει και έγινε εργάτης του Χριστού, κλίνοντας το κεφάλι, τροφή του το ξερό ψωμί για να μπορεί να ζήσει και το κρεβάτι από κλαδιά με πέτρα προσκεφάλι.
Η ψυχή του άγρυπνη βρίσκεται παντού, η προσευχή μαζί με την πράξη, ο ασκητισμός μαζί με την άσβηστη φλόγα της Αγάπης βλέπει και ακούει στην ερημιά των μοναστηριών τα κρυμμένα μεγαλεία του Θεού, τους χορούς των αγγέλων και τους Ύμνους των πνευμάτων. «Και η ψυχή του η αγγελικά πλασμένη αλλά και θεληματικά δοσμένη στη γήινη δοκιμασία για τη δόξα του Πλάστη και Δημιουργού της συμμετέχει μαζί τους στην υπερούσια μουσική της αφθαρσίας και της αιωνιότητας».
Και το καλοκαίρι του 1577 στην επιθυμία του να ταυτιστεί με ό,τι άγιο υπάρχει στη επίγεια ζωή φαντάζεται την τελείωσή του την πλήρη με επίσκεψη στους τόπους που ενανθρωπίστηκε ο ίδιος ο Θεός, να νιώσει την ανάσα και την πνοή του ανέμου της Χριστιανοσύνης στους Αγίους Τόπους. Έτσι βρίσκεται στην Αθήνα ο ξακουστός καλόγερος και επισκέπτεται τον σοφό Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Νικάνορα, ο οποίος αμέσως εκτίμησε την άριστη θεολογική του κατάρτιση, την απλότητα και την ευσέβειά του και του προτείνει να τον χειροτονήσει Αρχιεπίσκοπο Αίγινας, Ύδρας, Πόρου και Αγκιστρίου.
Ο Δανιήλ αρνείται υποστηρίζοντας ότι οι δυνάμεις του δεν του επέτρεπαν να αναλάβει ένα τόσο βαρύ αξίωμα, τελικά όμως τον πείθει και τον χειροτονεί ο ίδιος και του δίνει το όνομα Διονύσιος, τιμώντας τον Πολιούχο Αθηνών Άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη.
Με την παρουσία του στο νησί άρχισε να ξαναγεννιέται από τη στάχτη του μετά τις φοβερές επιδρομές των πειρατών του Βαρβαρόσα.
Η αρχιερατεία του Διονυσίου Σιγούρου στην Αίγινα κράτησε από τα τέλη του 1577 μέχρι τα μέσα του 1588, αγάπησε δε υπέρμετρα την Αίγινα και τους Αιγινήτες και παραστάθηκε σαν αληθινός πνευματικός πατέρας. Η παρουσία του ήταν φως και ζωή.
Μα οι αντίξοες συνθήκες της εποχής στην Αίγινα δεν τον ενθουσιάζουν, βαρύνουν αντίθετα τη συνείδησή του, νοσταλγεί τη μοναχική ζωή των Στροφάδων και της Αναφωνήτριας και παραιτείται του θρόνου προς μεγάλην θλίψην των κατοίκων: «Είπαν πως ο καλόγερος μια μέρα δοξασμένος και σε δεσποτικό θρονί απάνου καθισμένος της γης τη δόξα, την ψευδή με την πορφύρα γδύεται, και με το μαύρο σάβανο άφθαρτη δόξα ντύεται κι ενώ γυμνώνεται από τη μία, άλλη φορεί χλαμύδα».
Σκοπός του να συνεχίσει τη μοναστική ζωή στα Στροφάδια, όμως οι συγγενείς του για να βρίσκεται πιο κοντά τους και λόγω της ηλικίας του τον πείθουν να μείνει στην Αναφωνήτρια.
Εκεί μακριά στης Παναγιάς το μοναστήρι λιμάνι, κάστρο της ψυχής, παράδεισου γιοφύρι με της ζωής το σάβανο το μαύρο τυλιγμένο. Ο ασκητής που παραιτεί το θρόνο κι απαρνιέται από τη μάνα του Θεού τώρα χειροτονιέται. Στο άγιο το λημέρι της τον θέλει σύντροφό της. Εκεί ξαναβρίσκει το απόκοσμο ερημητήριο την ψυχική γαλήνη, ενώ του έχουν ανατεθεί και τα καθήκοντα του χωροεπισκόπου και Προέδρου Ζακύνθου. Το 1580 τον συγκλονίζει ο φόνος του αδελφού του. Πίσω όμως από τα αίτια υπήρχε η απέραντη ανεξικακία και συγγνώμη του Αγίου μας, ο οποίος αφού ήπιε ολόκληρο το φοβερό εκείνο ποτήρι, έσφιξε την καρδιά του, κοίταξε ψηλά κι αγωνίστηκε σκληρά και πρώτα απ’ όλα με τον ίδιο τον εαυτό του για να ξεχαστεί το τρομερό εκείνο έγκλημα κι η αγιοσύνη του να κορυφωθεί με την φυγάδευση του φονιά, όταν κυνηγημένος από τα αποσπάσματα κτύπησε την πόρτα του μοναστηριού. «Ναι, τον φονιά τον δέχθηκες, τον είδα στο πλευρό σου κι εσύ τον εσυγχώρεσες, το ματωμένο χέρι του έσφιξε το δικό σου, μ’ ορφάνεψε… θανάτωσε τον μόνο μου αδελφό. Ω ναι τον εσυγχώρεσα, καθώς και συ μια μέρα, εκείνους που πληγώσανε τ’ αγνό, τ’ αθώο κορμί σου. Σ’ ευχαριστώ που μ’ αξίωσες, γλυκύτατε πατέρα, τον άγιο πόνο ν’ αισθανθώ που αισθάνθηκε η ψυχή του».
Το φθινόπωρο του 1622 η κατάσταση της υγείας του, ήταν ήδη 75 χρόνων, έχει επιδεινωθεί. Τα γηρατειά, η ασκητική ζωή και κυρίως οι αρρώστιες είχαν καταβάλει τον γήινο και σαρκικό του οργανισμό και οι συγγενείς του τον πείθουν να εγκατασταθεί στο σπίτι της αδελφής του στην πόλη, όπου και κοιμήθηκε αναπαυόμενος στους κόλπους του μεγάλου πατέρα στις 17-12-1622, λίγο δε πριν την κοίμησή του είχε ζητήσει να ταφεί στην μονή των Στροφάδων. Ύστερα από κάμποσα χρόνια έγινε η ανακομιδή σύμφωνα με τη μοναστηριακή τάξη και το λείψανο βρέθηκε άθικτο και ευωδιάζον σαν τ’ αρώματα της φύσης.
Οι μοναχοί εδόξασαν τον Θεό και τοποθέτησαν το λείψανο στο νάρθηκα της Εκκλησίας της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος.
Στα τέλη του 17ου αιώνα και αρχές του 18ου οι μοναχοί των Στροφάδων άρχισαν να ενεργούν αφού από στόμα εις στόμα διεδίδοντο τα θαύματά του, ώστε να ανακηρυχθεί Άγιος, το οποίο και πραγματοποιείται με Συνοδική Έκθεση του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως το 1703, ενώ παράλληλα οι Ζακυνθινοί αρχίζουν να σκέπτονται την ίδρυση ναού επ’ ονόματί του για μεταφορά και τοποθέτηση του Αγίου Σκηνώματος. Έτσι το 1708 ο Ζακυνθινός Ευστάθιος Χρυσοβέργης παραχωρεί ένα σπίτι του στην συνοικία του Άμμου, το οποίο οι μοναχοί, αφού γκρέμισαν, οικοδόμησαν ναό στο όνομα του Αγίου Διονυσίου.
Το Άγιο λείψανο αφού υπέστη μύριες όσες περιπέτειες από τις επιδρομές στα Στροφάδια των Αγαρηνών ακόμη και ακρωτηριασμό των χεριών μεταφέρεται οριστικά στη Ζάκυνθο ο μεγαλύτερος θησαυρός της στις 24-8-1717 και εναποτίθεται αρχικά στον επισκοπικό ναό του Αγίου Νικολάου των Ξένων για προσκύνημα και έγινε και η Α΄ λιτανεία στην πόλη.
Ακολούθως μεταφέρθηκε στην Εκκλησία της Θεοτόκου στην Καλλιτέρο για 3 χρόνια και το 1720 οριστικά στον νεοκτισμένο ναό του και το 1724 καθιερώθηκε Πολιούχος και προστάτης του νησιού μα αντί του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου προστάτου από το 1608. Κι από τότε η πατρίδα μας η Ζάκυνθος πλουτίστηκε με τον άφθαρτο θησαυρό της ψυχικής Σωτηρίας ολόκληρων γενεών, θησαυρόν ατίμητο σε ατίμητα.
Και κάθε Ζακυνθινός αισθάνεται περίσσια περηφάνεια και αγαλλίαση για το θαυματουργό της τέκνο και σ’ εκείνον προσεύχεται στις μπόρες της ζωής και καυχιέται για τον Άγιο της περισσότερο απ’ όσο καυχιέται για τους μεγάλους ποιητές της:
Αθάνατος στ’ ανέσπερο
Και στο φθαρτό λημέρι
Πολίτης διπλοκάτοικος, στη γη στον ουρανό.
Προς αυτόν αναμέλπομε ύμνους ευχαριστήριους και στις προσευχές μας περιδεείς δεόμεθα να μας προστατεύει υπό τη σκέπη του και να μας κατευθύνει στο δρόμο της Αρετής, της Δικαιοσύνης και της Αγάπης.
«Αγάλλου, χαίρου Ζάκυνθος, μητέρα ζηλεμένη στον ουρανό σου ανέσπερο, άστρο λαμπρό προβαίνει που θα ‘ναι φάρος στης ψυχής την άγρια τρικυμία και θα οδηγεί στο χώμα σου του κόσμου τη λατρεία. Με το Θεό εγειτόνεψες, μ’ Εκείνον συνορεύεις. Ζάκυνθος με παράδεισο σήμερα συγγενεύεις.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΟΜΟΝΗΣ
Συνταξιούχος Εκπαιδευτικός
Αντιπρόεδρος Ενώσεως Επτανησίων Ελλάδας
