Με έντονο ενδιαφέρον και μεγάλη αγανάκτηση παρακολουθεί η ελληνική κοινωνία τις εξελίξεις γύρω από τις υποθέσεις που αφορούν Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις (ΜΚΟ) με αντικείμενο απασχόλησης τα διάφορα κοινωνικά προβλήματα.
Πρόκειται για ανθρώπους που αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα, έχουν ανάγκη από βοήθεια και συχνά στηρίζουν τις ελπίδες τους σε οργανώσεις που υπόσχονται να σταθούν δίπλα τους. Η κοινωνία ζητά απαντήσεις. Ποιοι γνώριζαν; Πώς λειτουργούσαν αυτές οι οργανώσεις; Υπήρχαν έλεγχοι; Και κυρίως, ποιος θα προστατεύσει τους ανθρώπους που βρέθηκαν σε αυτή τη δύσκολη θέση;
Η κα Αδαμαντία Γκούσκου, ψυχολόγος, δήλωσε στον –Ε-:
«Υπάρχουν γεγονότα που δεν προκαλούν απλώς αγανάκτηση. Αγγίζουν κάτι πολύ βαθύτερο μέσα μας: την εμπιστοσύνη, την ευαισθησία, την ανάγκη μας να πιστεύουμε ότι η ανθρώπινη καλοσύνη μπορεί να κάνει τον κόσμο λίγο καλύτερο.
Η υπόθεση της εξαπάτησης ανθρώπων που προσέφεραν από το υστέρημά τους, με μοναδικό σκοπό να στηρίξουν άρρωστα παιδιά και τις οικογένειές τους, προκαλεί ένα σύνθετο και βαθιά επώδυνο συναίσθημα. Δεν είναι μόνο ο θυμός για την πιθανή εκμετάλλευση της εμπιστοσύνης των πολιτών. Είναι και η θλίψη, η απογοήτευση, η αίσθηση αδικίας, αλλά κυρίως η προσβολή μιας από τις πιο όμορφες ανθρώπινες ιδιότητες: της αλληλεγγύης.
Ψυχολογικά, όταν κάποιος εκμεταλλεύεται την καλοσύνη μας, δεν τραυματίζει μόνο την εμπιστοσύνη μας προς το συγκεκριμένο πρόσωπο ή φορέα. Κλονίζει και την εμπιστοσύνη μας προς τους ανθρώπους γενικότερα. Μας κάνει να αμφιβάλλουμε, να φοβόμαστε, να αναρωτιόμαστε αν αξίζει τελικά να προσφέρουμε. Ο θυμός μας είναι δικαιολογημένος. Είναι η φυσική αντίδραση απέναντι στην αδικία και στην ηθική εκμετάλλευση της ευαισθησίας μας.
Υπάρχει, όμως, ένας ακόμη μεγαλύτερος κίνδυνος μέσα σε αυτή την απογοήτευση: να επιτρέψουμε στην προδοσία κάποιων να ακυρώσει την προσφορά όλων των υπολοίπων.
Και αυτό θα ήταν μια δεύτερη, εξίσου οδυνηρή απώλεια.
Ας ξεχωρίσουμε, λοιπόν, εκείνους που ενδεχομένως εξαπάτησαν από εκείνους για τους οποίους υποτίθεται ότι συγκεντρωνόταν η βοήθεια. Τα παιδιά δεν εξαπάτησαν κανέναν. Δεν πρόδωσαν καμία εμπιστοσύνη. Δεν ευθύνονται για καμία πράξη, καμία απόφαση, καμία κατάχρηση. Οι παιδικές ψυχές που δοκιμάζονται από την ασθένεια παραμένουν έξω και πέρα από κάθε σκιά που μπορεί να έχει δημιουργηθεί γύρω από την υπόθεση.
Δεν πρέπει να συγχέουμε την προδοσία εκείνων που εκμεταλλεύτηκαν την ανθρωπιά μας με την ανάγκη εκείνων που εξακολουθούν να την έχουν ανάγκη.
Η προσφορά δεν ανήκει σε εκείνον που τη διαχειρίστηκε. Ανήκει σε εκείνον που την έκανε με καθαρή καρδιά και, κυρίως, σε εκείνον που τη χρειάζεται. Η αξία μιας δωρεάς δεν ακυρώνεται επειδή κάποιος ενδεχομένως την πρόδωσε. Η πρόθεση του ανθρώπου που έδωσε παραμένει πολύτιμη. Η αγάπη που κρύβεται πίσω από μια μικρή ή μεγάλη συνεισφορά δεν χάνει το νόημά της εξαιτίας της ανεντιμότητας κάποιου άλλου.
Δεν χρειάζεται, βέβαια, να συνεχίσουμε να προσφέρουμε με κλειστά μάτια. Η εμπιστοσύνη χρειάζεται διαφάνεια, έλεγχο, λογοδοσία και υπευθυνότητα. Η κοινωνία δικαιούται να απαιτεί θεσμικές εγγυήσεις και να ζητά να αποδοθούν ευθύνες όπου αυτές αναλογούν. Η ευαισθησία δεν σημαίνει αφέλεια και η αλληλεγγύη δεν σημαίνει απουσία κριτικής σκέψης.
Μπορούμε να είμαστε πιο προσεκτικοί χωρίς να γίνουμε πιο σκληροί. Μπορούμε να απαιτούμε αποδείξεις χωρίς να χάσουμε την πίστη μας στον άνθρωπο. Μπορούμε να απορρίπτουμε την εκμετάλλευση χωρίς να απορρίπτουμε την προσφορά.
Ίσως, τελικά, αυτή να είναι η μεγαλύτερη ψυχολογική και κοινωνική δοκιμασία που μας αφήνει μια τέτοια υπόθεση: όχι απλώς να θυμώσουμε με όσους διέψευσαν την εμπιστοσύνη μας, αλλά να αποφασίσουμε τι άνθρωποι θέλουμε να παραμείνουμε μετά από αυτή την απογοήτευση.
Γιατί, αν αφήσουμε τον φόβο να μας κάνει αδιάφορους, αν επιτρέψουμε στον θυμό να μετατραπεί σε γενικευμένη καχυποψία και αν σταματήσουμε να βοηθάμε όσους έχουν πραγματικά ανάγκη, τότε η εξαπάτηση θα έχει καταφέρει κάτι ακόμη πιο οδυνηρό: θα έχει στερήσει την ελπίδα και από εκείνους που δεν έφταιξαν ποτέ.
Αυτές τις μέρες, μέσα στον καταιγισμό πληροφοριών στα τρέχοντα γεγονότα αυτής της εξαπάτησης, άκουσα ότι ‘’κάποιοι δωρητές/χορηγοί ένιωσαν συνένοχοι σε αυτή την απάτη’’. Η σκέψη ότι, δίνοντας τα χρήματά τους, έγιναν άθελά τους μέρος μιας εξαπάτησης. Ότι η δική τους προσφορά κατέληξε κάπου αλλού από εκεί που πίστευαν.
Είναι σημαντικό, όμως, να ξεχωρίσουμε την ευθύνη από την εμπιστοσύνη. Ο άνθρωπος που προσφέρει με την πεποίθηση ότι στηρίζει ένα άρρωστο παιδί δεν συμμετέχει σε μια πιθανή εξαπάτηση. Δεν γνωρίζει, δεν αποφασίζει και δεν ελέγχει τον τρόπο με τον οποίο κάποιος άλλος διαχειρίζεται την προσφορά του. Η δική του πράξη γεννήθηκε από την ενσυναίσθηση και την επιθυμία να ανακουφίσει τον πόνο ενός συνανθρώπου του.
Δεν πρέπει, λοιπόν, να μετατρέπουμε την καλοσύνη μας σε ενοχή επειδή κάποιος ενδεχομένως την εκμεταλλεύτηκε. Δεν χρειάζεται να ντρεπόμαστε που εμπιστευτήκαμε, αλλά να απαιτούμε να μη διαψεύδεται ξανά η εμπιστοσύνη των ανθρώπων.
Η ευθύνη εκείνου που εξαπατά δεν μεταφέρεται σε εκείνον που προσφέρει. Η αθωότητα της πρόθεσης του δωρητή δεν ακυρώνεται από την ενδεχόμενη ανεντιμότητα του αποδέκτη.
Ας μην τιμωρήσουμε, λοιπόν, τον εαυτό μας επειδή κάποτε επιλέξαμε να είμαστε γενναιόδωροι. Και κυρίως, ας μην τιμωρήσουμε με τη μελλοντική μας αδιαφορία τα παιδιά που εξακολουθούν να χρειάζονται τη βοήθειά μας.
Ας μην αφήσουμε την προδοσία να μας κλέψει την ανθρωπιά. Ας μη γίνει η απογοήτευση η αιτία να γυρίσουμε την πλάτη σε παιδιά που εξακολουθούν να χρειάζονται ένα χέρι βοήθειας.
Η εμπιστοσύνη μπορεί να χρειαστεί χρόνο για να ξαναχτιστεί. Η δικαιοσύνη πρέπει να αναζητηθεί. Οι ευθύνες πρέπει να αποδοθούν. Αλλά η αλληλεγγύη δεν πρέπει να εγκαταλειφθεί.
Γιατί τα παιδιά δεν χρειάζονται τη δική μας απογοήτευση. Χρειάζονται τη δική μας παρουσία.
Και ίσως το πιο ουσιαστικό μήνυμα που μπορούμε να κρατήσουμε είναι αυτό: Να μάθουμε να προστατεύουμε την καλοσύνη μας, όχι να την καταργούμε. Να γίνουμε πιο συνειδητοποιημένοι στην προσφορά μας, όχι λιγότερο ανθρώπινοι.
Η ανθρωπιά δεν κρίνεται από το αν κάποιοι την εκμεταλλεύτηκαν. Κρίνεται από το αν εμείς θα επιλέξουμε να μην την εγκαταλείψουμε».
ΟΛΓΑ ΓΚΟΥΣΚΟΥ
