Οι Ζακυνθινοί των αρχών του 19ου αιώνα, παρότι υπό το αποικιοκρατικό καθεστώς της βρετανικής «προστασίας» και παρά τις απαγορεύσεις και τους διωγμούς του εν λόγω, μέχρι το 1826 φιλότουρκου καθεστώτος, το 1821 κινητοποιηθήκανε διαταξικά για τη διεκδίκηση του υπέρτατου αγαθού της Ελευθερίας. Κινητοποιηθήκανε ως Έλληνες για την Ελλάδα και ως ανθρωπιστές, για την ιδέα της Αρχής των Εθνοτήτων που είχε εξαπλωθεί στην Ευρώπη.
Η κινητοποίηση αυτή εκδηλώθηκε σε τρία στάδια:
1) Το προπαρασκευαστικό ‒ ψυχολογικό (1818-1821)
2) Το μαχητικό (1821)
3) Το πνευματικό ‒ καλλιτεχνικό (μετά το 1821)
Στάδιο προπαρασκευαστικό ‒ ψυχολογικό (1818-1821)
Το 1814 ιδρύθηκε στην Οδησσό, κατά τα πρότυπα των μυστικών οργανώσεων της εποχής, η «Φιλική Εταιρεία», η οποία από το 1818 επιδόθηκε στην πανελλήνια επαναστατική μύηση. Το ίδιο έτος άρχισε και η μύηση «Φιλικών» στη Ζάκυνθο, με πρωτεργάτη τον ιερέα Άνθιμο Αργυρόπουλο. Ο τελευταίος, φυγάς από τα Ιωάννινα του Αλή Πασά, είχε διορισθεί εφημέριος του μικρού ναού του Αγίου Γεωργίου του Λατίνου, στο Ψήλωμα.
Η Επτάνησος το 1818 τελούσε τυπικά υπό αγγλική «προστασία», ουσιαστικά υπό αγγλική κατοχή· και η αγγλική πολιτική μέχρι το 1826 στήριζε το status quo της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το στήριζε απειλώντας με εκτελέσεις, εξορίες, φυλακίσεις και δημεύσεις περιουσιών. Παρά ταύτα, πολλοί Ζακυνθινοί διακινδυνεύοντας τη ζωή, την ελευθερία και την περιουσία τους, στηρίξανε δυναμικά την οργάνωση και την εξάπλωση της Φιλικής Εταιρείας και από το 1821, την Ελληνική Επανάσταση άμεσα, με τα όπλα, τον ανεφοδιασμό και την διπλωματία έμμεσα, δια της καλλιτεχνικής και πνευματικής προβολής του ιδανικού της ελευθερίας και της αυτοδιάθεσης, δηλαδή της ηθικής αξίας του επαναστατικού αγώνα του Ελληνικού Έθνους.
Το 1818, στη Ζάκυνθο, υπήρχε μία κοινότητα Πελοποννησίων οπλαρχηγών που είχανε καταφύγει οικογενειακώς στο νησί, για ν’ αποφύγουνε τους τουρκικούς διωγμούς μετά την αποτυχημένη ‒ παρά τη στήριξη του ρωσικού στόλου υπό τον ναύαρχο Ορλώφ ‒ εξέγερση του 1770 (Ορλωφικά). Πολλά από τα μέλη της κοινότητας αυτής που ονομαστήκανε «Ζακυνθινομωραΐτες», έσπευσαν να μυηθούνε στη «Φιλική Εταιρεία» (Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Νικηταράς, Πετιμεζάδες, Παπαφλέσσας, Πλαπούτας κλπ).
Παράλληλα μυήθηκαν διακεκριμένα μέλη της ζακυνθινής κοινωνίας (Διονύσιος Ρώμας, Αναστάσιος Φλαμπουριάρης, Φραγκίσκος Καρβελάς, Νικόλαος Κολυβάς, ο ποιητής Διονύσιος Σολωμός κλπ).
Το 1813 είχε ιδρυθεί η “Nobile Societa Filodrammatica del Zante” («Ευγενής Φιλοδραματική Εταιρεία Ζακύνθου»), η οποία δημιού- ργησε το “Teatro dei Filopatrii” («Θέατρο των Φιλοπατρίδων»), κοντά στην προπολεμική νομαρχία.
Τα πρώτα χρόνια το νέο θέατρο φιλοξένησε αποκλειστικά την όπερα, για να δοθεί ο χρόνος στην «Φιλοδραματική Εταιρεία» να προετοιμασθεί οργανικά και καλλιτεχνικά. Πράγματι το 1817 υπογράφηκε ο κανονισμός της. Τα κίνητρα της δημιουργίας της «Φιλοδραματικής Εταιρείας Ζακύνθου» δεν υπήρξαν αμιγώς καλλιτεχνικά, αλλά συγκαλυμμένα και πατριωτικά. Στόχος της: το ξάναμμα του απελευθερωτικού φρονήματος δια της διδασκαλίας καταλλήλων θεατρικών έργων, καθώς οι πάντες περίμεναν τον ελληνικό ξεσηκωμό που προετοιμαζόταν από τη «Φιλική Εταιρεία».
Ενδείξεις που στηρίζουνε τον ισχυρισμό αυτό, πέρα από την προφορική παράδοση, είναι ότι:
(α) Τα μέλη της «Φιλοδραματικής Εταιρείας» που ανεβήκανε στη σκηνή (Γεώργιος και Καντιάνος Ρώμας, Κωνσταντίνος Ναράντζης, Φραγκίσκος Δομενεγίνης, Δημήτριος Καρβελάς, Άγγελος Μωρέττης, Διονύσιος Φλαμπουριάρης, Παύλος Γαήτας κ.ά.) ανήκανε στην αριστοκρατία και στην ανώτερη αστική τάξη.
(β) Η ιστορική έρευνα αποκάλυψε ότι τα μέλη της Εταιρείας ήταν «Φιλικοί».
(γ) Πρωταγωνίστρια υπήρξε μια νεαρή κυρία της μεγαλοαστικής τάξης, η Αικατερίνη Βιαγκίνη. Τους χρόνους εκείνους, ούτε ευγενείς, ούτε κυρίες με άμεμπτο όνομα, θα πατούσανε στο θεατρικό σανίδι αν δεν ήταν για έναν υψηλό σκοπό, ανομολόγητα γνωστό και αποδεκτό από σύσσωμο το λαό.
Στάδιο μαχητικό (1821)
Συμπληρωματική ένδειξη αποτελεί το ίδιο το όνομα του θεάτρου (“Teatro dei Filopatrii”), όπως και το γεγονός ότι ο θίασος διαλύθηκε το 1821, αμέσως μετά τον ελληνικό ξεσηκωμό.
Στάδιο μαχητικό (1821)
Μετά την κήρυξη της Ελληνικής Επανάστασης, οι Ζακυνθινοί και οι Ζακυνθινομωραΐτες «Φιλικοί», υπό την πίεση των αγγλικών απαγορεύσεων και κυρώσεων, αναζήτησαν ένα ασφαλές μυστικό σημείο μπαρκαρίσματος πολεμιστών και εφοδίων για την Πελοπό- ννησο. Σχετικά επιλέχτηκε ο απομονωμένος, στην παραλία του Αργασίου, «Πύργος Δομενεγίνη»· ένα κτήριο εγκαταλελειμμένο και θεωρούμενο… στοιχειωμένο.
Από τον Πύργο Δομενεγίνη, κάποιες αφέγγαρες νύχτες, μπα-ρκάρανε: ο Κολοκοτρώνης και οι άλλοι Ζακυνθινομωραΐτες οπλα- ρχηγοί, αλλά και το ζακυνθινό εκστρατευτικό σώμα υπό τους Διονύσιο Σεμπρικό ‒ Κατσιλίβα και Παναγιώτη Στρούζα. Το εκστρατευτικό σώμα που, μαζί με το κεφαλλονίτικο εκστρατευτικό σώμα υπό τους αδελφούς Μεταξά, μετείχε στην πρώτη νικηφόρο για τα ελληνικά όπλα μάχη, στις 20 Ιουνίου 1821 τη μάχη του Λάλα.
Οι Λαλαίοι ήταν ιππείς, κατ’ επάγγελμα πολεμιστές, τους οποίους οι Τούρκοι πασάδες χρησιμοποιούσαν ως φοροεισπράκτορες· αλλά έμμεσα και ως τρομοκράτες. Οι αρχηγοί τους πριν από την έναρξη των εχθροπραξιών, προσπάθησαν ν’ αποτρέψουν την ε-μπλοκή των Επτανησίων με τιμητικές συμπεριφορές και δώρα. Χωρίς ανταπόκριση ωστόσο. Η τελική αναμέτρηση έγινε στην τοποθεσία Πούσι, όπου οι Λαλαίοι ‒ παρά την ενίσχυση 1.500 Τού- ρκων υπό τον Γιουσούφ Πασά, που είχαν έρθει από την Πάτρα ‒ ηττήθηκαν και στη συνέχεια, αποχώρησαν από την Ηλεία συν γυναιξί και τέκνοις.
Η νίκη στου Λάλα είχε σημασία στρατηγική, αλλά και ψυχολογική· είχε ακόμα και σημασία ιδεαλιστική, καθώς οι Ζακυνθινοί και οι Κεφαλλονίτες νέοι δεν πολεμήσανε για τη δική τους ελευθερία, αλλά για την έννοια της ελευθερίας.
Και μία έμμεση, αλλά ενδεικτική, λεπτομέρεια. Ο Διονύσιος Σεμπορικός ‒ Κατσιλίβας γυρίζοντας τραυματισμένος από το Λάλα στη Ζάκυνθο, ρίχτηκε από τους Άγγλους στη φυλακή. Κάποιοι Ζακυνθινοί πατριώτες συγκεντρώσανε τότε το μεγάλο ποσό της χρηματικής εγγύησης που ορίστηκε, ώστε ο Σεμπρικός να μεταφερθεί στο νοσοκομείο· η οποία εγγύηση και κατέπεσε όταν ο τελευταίος, μόλις βελτιώθηκε η υγεία του, δραπέτευσε στην Πελοπόννησο για να συνεχίσει τον αγώνα.
Τον πρώτο χρόνο της Επανάστασης (1821) ένα τουρκικό πολεμικό, καταδιωκόμενο από ελληνικά πλοία, ναυάγησε στη θέση Γυψόλιθος της Ζακύνθου στην περιοχή Καλαμάκι του κόλπου του Λαγανά. Οι κάτοικοι των γύρω χωριών επιτεθήκανε τότε στο εχθρικό πλήρωμα και στη συνέχεια σ’ ένα αγγλικό άγημα που κατέφθασε για να το προστατεύσει· με αποτέλεσμα να τραυματισθεί ο επικεφαλής του αγήματος και να σκοτωθεί ένας στρατιώτης.
«Η Κυβέρνησις μαθούσα τα γεγονότα», γράφει ο Λεωνίδας Ζώης στην «Ιστορία της Ζακύνθου» του, «έστειλεν αμέσως εκ Κερκύρας δύο φρεγάτας μετά στρατού υπό τον ανθαρμοστήν Άδαμ, όπως καταστείλει την, ως επανάστασιν χαρακτηρισθείσαν εκείνην πράξιν των Ζακυνθίων. Άμα έφθασεν εις Ζάκυνθον ο Άδαμ, εκηρύχθη ο στρατιωτικός νόμος, διετάχθη ο αφοπλισμός των κατοίκων, εκλείσθησαν τα καταστήματα, συνελήφθησαν και εφυλακίσθησαν εις το φρούριον υπέρ τους 40 επιφανείς Ζακύνθιοι προς δήθεν ησυχίαν του λαού, αυτός δε ο Άδαμ περιήλθε τας κώμας αφοπλίσας τους κατοίκους, κατεκρήμνισε τας εις Μουζάκι και Πισινώντα οικίας των πρωταιτίων και τους συλληφθέντας απήγαγεν εις την πόλιν και εισήγαγεν εις δίκην, αυτού του Άδαμ προεδρεύοντος του δικαστηρίου. Εκ των ενοχοποιηθέντων πέντε κατεδικάσθησαν εις αγχόνην στηθείσαν εις την πλατείαν του Μόλου, τα δε σώματά τους πισσωθέντα και τεθέντα εις σιδηρούς κλωβούς εξετέθησαν ανηρτημένα επί πασσάλων επί μήνας εις τον λόφον του Προφήτου Ηλιού, γενόμενα βορά των ορνέων».
Ηγετική μορφή κατά τα χρόνια της ελληνικής εθνεγερσίας, στη Ζάκυνθο, υπήρξε ο κόντες Διονύσιος Ρώμας (1771-1857). Μέγας Διδάσκαλος της τεκτονικής στοάς «Αναγεννηθείς Φοίνιξ», την οποία ίδρυσε στη Ζάκυνθο το 1815, ήτανε Γενικός Πρόξενος της Βενετίας στην Πελοπόννησο και στη Ρούμελη.
Τον Απρίλιο του 1819 ο Ρώμας μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Αριστείδη Παπά και έκτοτε τάχτηκε ολόψυχα στην επιδίωξη των σκοπών της. Το 1820, ωστόσο, για να αποφύγει διωγμούς και φυλάκιση από τους Άγγλους, κατέφυγε στη Βενετία, όπου και παρέμεινε για τέσσερα περίπου χρόνια. Στο διάστημα αυτό, ωστόσο, ασχολήθηκε ενεργά με την Ελληνική Επανάσταση στο επίπεδο της διεθνούς διπλωματίας. Το 1824, μόλις διέβλεψε αλλαγή της αγγλικής πολιτικής, ο Διονύσιος Ρώμας γύρισε στη Ζάκυνθο, όπου με τους Κωνσταντίνο Δραγώνα και Παναγιώτη Στεφάνου ίδρυσε την «Εφορία Ζακύνθου», με σκοπό την οικονομική στήριξη και τη διπλωματική κατεύθυνση του απελευθερωτικού αγώνα.
Η «Εφορία Ζακύνθου» κινητοποίησε διαταξικά την ντόπια κοινωνία και κατέβαλε εξ ιδίων ή συ- γκέντρωσε με εράνους, μεγάλα ποσά, τα οποία χρησιμοποίησε στέλνο- ντας πολεμοφόδια και τρόφιμα, κυρίως στο Ναυαρίνο και στο Μεσολόγγι. Η «Εφορία Ζακύνθου» οργάνωσε επίσης και απέστειλε εθελοντικά σώματα πολεμιστών, ενώ μεσολάβησε επανειλημμένως για τον κατευνασμό του ανταγωνισμού των Ελλήνων οπλαρχηγών και πολιτικών.
Τελικά η «Εφορία Ζακύνθου», καθοδηγούμενη από τον Διονύσιο Ρώμα, επιχείρησε με επιτυχία έναν καθοριστικό διπλωματικό ελιγμό. Υπέβαλε, την κατάλληλη στιγμή, στην Αγγλία αίτηση στήριξης και προστασίας του αγώνα.
Χαρακτηριστική της προσωπικότητας και του ήθους του Διονυσίου Ρώμα υπήρξε η απάντησή του προς τον Άγγλο Ύπατο Αρμοστή Ουάρδ, όταν κατά την μετεπαναστατική εποχή, ο τελευταίος του απένειμε τον αγγλικό Μεγαλόσταυρο των «Αγίων Μιχαήλ και Γεωργίου». «Όσον και να συλλογίζομαι, Εξοχώτατε, δεν ευρίσκω να υπηρέτησα ποτέ την Μεγάλην Βρεταννίαν, δια τούτο το παράσημον αυτό δεν μου ανήκει».
Ο κρητικής καταγωγής Ζακυνθινός άρχοντας Ιωάννης Βερνα-ρδάκης (ή Μπεναρδάκης), μόλις κηρύχτηκε η επανάσταση, αγόρασε δύο ελαφρά κανόνια (μεταφερόμενα σε άλογα) και τα προσέφερε στο ζακυνθινό εκστρατευτικό σώμα που έλαβε μέρος στη μάχη του Λάλα.
Αργότερα, την άνοιξη του 1821, περίπου έξι χιλιάδες γυναικόπαιδα έφθασαν, ως φυγάδες, στο νησί από τα παράλια της Στερεάς Ελλάδας και της Πελοποννήσου, ζητώντας άσυλο.
Οι Άγγλοι, ωστόσο, αντέδρασαν αρνητικά, προβάλλοντας την έλλειψη χώρου φιλοξενίας και την αδυναμία διατροφής. Ο Ιωάννης Βερναρδάκης παρουσιάστηκε τότε στον Άγγλο Τοποτηρητή και δήλωσε εγγράφως ότι παραχωρούσε στους φυγάδες την ιδιόκτητή του συνοικία στο Νιοχώρι («Μπερναρδακέικα»), με δικαίωμα να εγκατασταθούν στα σπίτια του ως ιδιοκτήτες. Όσο για τη διατροφή την εγγυήθηκε δια της περιουσίας του· ενισχυόμενος από πλειάδα άλλων Ζακυνθινών πατριωτών.
Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι, στη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα, κάποιοι πολέμαρχοι χαρακτηρίστηκαν από την κοινή γνώμη με το επίθετο «γενναίος» το οποίο, με την πάροδο του χρόνου, αντικαθιστούσε το βαπτιστικό τους όνομα. Η μετονομασίαν ήταν καθοριστική, τόσο ώστε οι εγγονοί να βαπτίζονται με το πολεμικό επίθετο του παππού («γενναίος») και όχι με το χριστιανικό του όνομα. Κατά τα νεότερα χρόνια, για παράδειγμα, το όνομα Γενναίος στη Ζάκυνθο, απαντούσε μεταξύ άλλων στην οικογένεια Πέτα· παραπέμποντας στον θρυλικό Ζακυνθινό αγωνιστή του 1821 Ιωάννη Πέτα· (γνωστά παραμένουνε στο Νέο Φάληρο, τα «Τα-μπούρια του Πέτα»).
Πέρα από την άμεση στήριξη της Επανάστασης στα πεδία των μαχών, στον εφοδιασμό, στην οικονομία γενικότερα, στη φιλοξενία φυγάδων και στη διεθνή διπλωματία, οι Ζακυνθινοί της εποχής προέβαλαν τον αγώνα δυναμικά και στο πεδίο του πνεύματος και της τέχνης.
Δειγματοληπτικά:
Ένας εμπνευστής και εμψυχωτής δάσκαλος: ο Αντώνιος Μα-ρτελάος (1754-1818).
Τέσσερις Εθνικοί Ποιητές που υμνήσανε τον ελληνικόν αγώνα για την Ελευθερία. Ο Διονύσιος Σολωμός («Ύμνος εις την Ελευθερίαν», κλπ), ο Ανδρέας Κάλβος («Ωδές»), ο Ούγος Φώσκολος (αλληλογραφία και δημοσιεύσεις) και ο ζακυνθινής καταγωγής Ρώσος εθνικός ποιητής Βασίλη Βασιλίεβιτς Καπνίστ (Καπνίσης) («Επίκληση για βοήθεια στους Έλληνες»).
Δύο Ζακυνθινοί μουσικοσυνθέτες, που επιλέξανε να τονίσουν όπερες πάνω σε θέματα από τον ελληνικό απελευθερωτικό αγώνα. Ο Παύλος Καρρέρ («Μάρκος Μπότσαρης», «Δέσπω η ηρωίς του Σουλίου», «Κυρά Φροσύνη») και ο Φραγκίσκος Δομενεγίνης («Μάρκος Μπότσαρης»). Λαϊκοί συνθέτες που τόνισαν αποσπάσματα του «Ύμνου εις την Ελευθερίαν» και τα τραγουδήσανε τις νύχτες στους δρόμους.
Ο ζωγράφος Διονύσιος Τσόκος που φιλοτέχνησε, ανάμεσα σε άλλα σχετικά θέματα, τον περίφημο πίνακα της ορκωμοσίας του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη ως Φιλικού, στη Ζάκυνθο στον ιερό ναό του Αγίου Γεωργίου του Λατίνου (στο Ψήλωμα).
Νίκιας Λούντζης
Σαρακίνα, Ζάκυνθος