02:09:15 μμ
Κυριακή, 26 Απριλίου 2026
ErmisNews Λογότυπο
  • Ζάκυνθος
  • Ελλάδα
  • Κόσμος
  • Κοινωνία
  • Οικονομία
  • Πολιτισμός
  • Αθλητισμός
  • Αγγελίες
  • Ermis Radio
Ερμής
Αναζήτηση
  • Ζάκυνθος
  • Ελλάδα
  • Κόσμος
  • Κοινωνία
  • Οικονομία
  • Πολιτισμός
  • Αθλητισμός
  • Αγγελίες
  • Ermis Radio
Ακολουθήστε Μας
ΖάκυνθοςΚοινωνία

Τάκη Κεφαλληνού: Όταν το “Στάσιμο τέλους” μιας ζωής διεκδικεί όλο το αίμα της μνήμης!

Τελευταία ενημέρωση: 26/04/2026 στις 12:57 ΜΜ
Δημοσιεύτηκε 26 Απριλίου 2026
ΔΙΑΜΟΙΡΑΣΜΟΣ

Οι ερειπωμένες μνήμες
Δεν ησυχάζουν.
Ως πότε,
Θα περιφέρουν την σιωπή τους;

ΕΠΙΜΕΤΡΟ ΣΙΩΠΗΣ
Ο Κίμων Ρηγόπουλος: «ποιεί»:
… ψάχνοντας το αναγκαίο για την περίσταση ρίγος,
αυτό που διασώζει τα πράγματα πριν συνθλιβούν από άλλα πράγματα.

Μα και ο Τάσος Λειβαδίτης:
…κι όταν πεθάνω θα θελα να με θάψουν σ’ ένα
σωρό από φύλλα ημερολογίου
για να πάρω και το χρόνο μαζί μου.

MEΡΟΣ Ι

Σε αυτήν την πορεία της συλλογικής μνήμης γεννήθηκαν τα πιο μεγάλα τρυφερά όνειρα και οι πιο βαθιές αγάπες. Ωσάν και αυτής της μητέρας μου Αγγελικής που νεράιδα υπήρξε, με αρχέτυπη ομορφιά και χάρη.

Στις 20 Δεκέμβρη 2025, στα 95 της, ήρεμα ταξιδεύει για τον άλλο Κόσμο. Θα συναντήσει, μετά από εβδομήντα χρόνια ολόκληρα, τον έρωτά της και πατέρα μου, τον Αντώνη – Νιόνιο τον Γιάκουμο, που χάθηκε στα εικοσιπέντε του, το 1955, στους ατε- λείωτους γδικιωμούς της οικογένειάς μας.

Η Αγγελική και ο Αντώνης – Νιόνιος Γιάκουμος


Τότε ήταν που η μάνα μου, νεαρή κοπέλα στο απόλυτο πένθος, αδυνατεί να συλλάβει το άκρως μοιραίο και τρομερό αυτό γεγονός. Μέσα σε ένα πρωινό μια ενέργεια του πατέρα μου – να χτυπήσει το θείο του Νιόνιο – οπλίζει το φονικό χέρι του γιου του, Παναγιώτη. Έτσι χάνει αυτόν που αγάπησε και η ψυχή της ταξιδεύει στα τάρταρα. Όμως δεν θα ζήσει αγκυροβολημένη στο παρελθόν και στην ανενδοίαστη στιγμή. Ζώντας ένα συνεχές ταξίδι στην επικράτεια της απουσίας στέκεται δυνατή, πάνω από τα γεγονότα, και ο πόνος, η θλίψη, ο θυμός έγιναν δύναμη ψυχής, για να τιμήσει το σπίτι της…

Διακαής έγνοια της να προστατέψει το παιδί της, με κάθε θυσία. Με στερήσεις και σκληρή βιοπάλη κτίζει, με τα ίδια της τα χέρια, τη νέα ζωή και τη νέα αποστολή. Και παραπέρα: Ενάντια στον γκρίζο απόηχο και τον μεταμορφωτικό αντικατοπτρισμό του γεγονότος, θα προσφέρει απλόχερα αγάπη, αφοσίωση και χαμόγελο, όχι μόνο σε εμένα μα και στην οικογένεια του πατέρα της και παππού μου που μας προστάτευσε, όπως και σε όλους τους συγγενείς και φίλους!
Ήξερε σε τι οικογένεια μπήκε και ποτέ δεν παραπονέθηκε για τον παλικαρισμό που τόσο ακριβά πλήρωσε. Μια οικογένεια, βέβαια, που ολοκληρώνεται με συνέπεια μέσα από την τέχνη, την πολιτική και μια πολυκύμαντη, όπως φανερώνεται στα αρχεία μας, ιεροσύνη.

Ο άντρας της, ιδιαίτερης ομορφιάς, νεκρός και ο αδελφός του Νίκος τραυματίας από το χέρι του δεύτερου ξαδέλφου τους, ο οποίος είχε -τι ειρωνεία!- το ίδιο όνομα και το ίδιο πατρώνυμο με το μονάκριβο γιο της. Είναι η στιγμή που παύει να είναι απλός θεατής των γεγονότων και γίνεται πρόσωπο πρωταγωνιστικό.

Ήταν το 1955 όταν, μετά το φονικό, ο γείτονας παππούς με τη γιαγιά καθώς και ο αδελφός της μητέρας μου, θείος Κώστας Κεφαλληνός ή Παπαγγελής, θα μας πάρουν στο σπίτι τους. Εκεί θα με αναθρέψουν και θα αφοσιωθούν σε εμένα με απέραντη αγάπη, ώστε να μην αισθανθώ διόλου την δισυπόστατη ορφάνια. Αυτήν που μαζί με την απώλεια του γονέα συνοδεύεται και από τη χαμένη μου υπερηφάνεια. Ατμόσφαιρα θαλπωρής και η παντοτινή αγάπη και συγκατάβαση της θείας Ντίνας, συζύγου του θείου Κώστα, όπως και η απόλυτη συνάφεια, η έγνοια, το περίσσευμα ψυχής και αγάπης αλληλόχρεης στη διάρκεια της ζωής, που δεν είχαν «καθημερινές και σχόλες» με την αδελφή της Βιβή, μα και τον άνδρα της, θείο Μίμη Βισβάρδη. Όπως και η οικογένεια του θείου Νίκου και τα ξαδέλφια μου, θα μας χάριζαν αρχέγονη αγάπη και το συναισθηματικό ισοδύναμο κατά τις αξέχαστες εκείνες επισκέψεις μας τα καλοκαίρια στο Αιγάλεω της Αθήνας. Επισκέψεις σε μια πρωτεύουσα που για εμάς τους παρθενικούς φάνταζε ως το στίλβον του όλου της «ζωής μας ταξιδίου».

Έτσι η μητέρα, περιβαλλόμενη και από την εκτίμηση του κόσμου στο πρόσωπό της, παίρνει δύναμη, η οποία θα νοηματοδοτήσει με θετικό πρόσημο τον ευγενικό χαρακτήρα της. Ποτέ δεν διακρίναμε- και το συζητούσαμε μεταξύ μας- ούτε την πιο μικρή υπόνοια φθόνου για τις γυναίκες που την περιτριγύριζαν και είχαν σπιτικό, άνδρα, παιδιά και τις διασκεδάσεις τους!

Συγχρόνως στη ζωή της σε μια τελετουργική διάσταση, πάντα επιεικής και ευαίσθητη, φιλοτεχνούσε συναισθήματα. Το 2010, για παράδειγμα, στα ογδόντα της χρόνια και μετά από όσα έζησε στα πενήντα πέντε χρόνια που είχαν περάσει από το «γεγονός» που σημάδευσε το χρόνο, θα μου εκμυστηρευτεί: “Πικραίνομαι και έχω βάρος στη συνείδησή μου, γιατί εγώ και οι πρωτεξαδέλφες του πατέρα σου δεν αποδεχτήκαμε την συγγνώμη της Κικής, γιαγιάς του δράστη. Τη διώξαμε με φωνές, όταν ξεκινώντας μέσα στα μαύρα από το πάνω χωριό, όπου είχαν μετακομίσει οι “άλλοι” μετά το φονικό, προσπάθησε, από το στρατόνι του λαγκαδιού και στηριζόμενη στο ματσούκι της, να πλησιάσει το σπίτι μας, που ήταν δίπλα στο δικό τους, προκειμένου να μας συμπαρασταθεί και να ζητήσει συγχώρεση”!

Εσχάτως, ερευνώντας ο ίδιος έμαθα πως η Κική, πριν κατηφορίσει στα Γιακουμέικα, πέρασε από τα Αρκησαίικα πάνω στη Ράχη, για να παρηγορήσει και τη γιαγιά Μαρία. Μια τέτοια λύπη οδυρμού είναι άραγε το κλειδί που ξεκλειδώνει ψυχές που κανονικά θα έπρεπε να μισούνται;
Ασυντρόφιαστη γυναικεία μορφή υπήρξε η γιαγιά Μαρία, που πέθανε με ένα βιβλίο στο χέρι και βούτηξε για τα καλά στα «πικρά νερά» των καιρών της. Ο «βίος και η πολιτεία της» συμπληρώνεται σιγά – σιγά στις καταγραφές μου. Κόρη του διαβόητου Διονύση Κακολύρη ή Παπαντώνη και θεία του Ναπολέοντα Κακολύρη, τον οποίον παρακάτω θα αναφέρω.

Όταν θα πεθάνει, μετά από μία «ανδραγαθία» και ο παππούς μου ο Πάνος το 1931 στα 33 του χρόνια, η γιαγιά Μαρία θα μείνει μόνη με δύο ορφανά. Τότε οι Κακολύρηδες, συμβιβάζοντας τα ασυμβίβαστα, θα την παντρέψουν και θα κάνει άλλα τρία παιδιά με τον Γιάννη Κεφαλληνό, από την περιβόητη γειτονική οικογένεια των Αρκησαίων, που σε αλλοτινούς καιρούς, και πριν ασχοληθούν οι νεότεροι, στα ύστερα χρόνια, με την ζαχαροπλαστική, είχαν δέσει την Ζάκυνθο με τις παλικαροσύνες τους και τις αναιρέσεις ζωής.

Από τον Γιάννη, λοιπόν, ενώ αυτός πολεμούσε τους Ιταλούς, θα ζητήσει η φάρα του να βγει στα χιόνια, να αρρωστήσει, και στην αναρρωτική, φορώντας μάλιστα την τιμημένη του χλαίνη, να αναιρέσει τη ζωή του γείτονα μας Ν. Γ. χωρίς να κάνει φυλακή! Όμως αλλοίμονο! Βγαίνοντας στο χιονιά, για να υλοποιήσει την «εντολή», θα πεθάνει από πνευμονία και η γιαγιά Μαρία, κάνοντας τον κύκλο από τα Παπαντωνέικα στα Γιακουμέικα και από εκεί στα Αρκησέικα, θα μείνει για δεύτερη φορά χήρα με πέντε πλέον ορφανά.

Μνημειώδης στάθηκε η απάντηση στον χωροφύλακα που της ανήγγειλε το θάνατο και του δεύτερου άντρα της, τη στιγμή που φούρνιζε το ψωμί. Ατάραχη θα φωνάξει με βροντώδη φωνή: “Το ξερα!” και θα συνεχίζει να φουρνίζει! Και στο «όργανο», που του πάγωσε το αίμα: “Ορέ, για να φάνε λίγο ψωμί ετούτα τα παιδιά μου”!

Τα καλοκαίρια επισκεπτόμαστε τη γιαγιά Μαρία που διέμενε με την κόρη της, αγαπημένη μας θεία Ευθυμία Χέλμη στην καλοκαιρινή κατοικία της, στου Καβούρου και πάντα το ίδιο σκηνικό. Κατά το οδοιπορικό της επιστροφής μας στο Σκουλικάδο, μας συνόδευε επί μακρόν και κατόπιν στεκόταν ακίνητη μέχρι να χαθούμε από τα μάτια της από τα οποία έτρεχαν, πλέον, δάκρυα συγκίνησης.

Κλείνοντας τη μεγάλη αυτή παρένθεση των γεγονότων, στην καρδιά των οποίων είτε στον απόηχο τους έζησε η μητέρα μου και όλοι μας, επανέρχομαι στην Κική και αναρωτιέμαι: Πώς να μην έχει αισθήματα για την Κική η μητέρα μου, αφού και η Κική προερχόταν από την εξίσου σκληρή φάρα, από τα γειτονικά Μεντενέικα των μεγάλων ξακουστών πράξεων και των φριχτών φονικών;

Έμεινε και η Κική μόνη με τον μικρό της γιο Νιόνιο, όταν ο άντρας της, Παναγιώτης και αυτός, αδελφός του προπάππου μου Αντώνη Κεφαλληνού ή Κακριμάνου, μετά από συνεχείς αποδράσεις κατέφυγε το 1893 στην Αλεξάνδρεια, όπου πέθανε πολύ νέος. Ο πολλά περιβόητος Παναγιώτης είχε αναιρέσει και αυτός διαδοχικά 1892 και το 1893 τη ζωή δύο Μωραϊταίων και τραυμάτισε βαριά έναν τρίτο, αφού δεν βρήκε τον δράστη Διονύσιο Μωραΐτη, ο οποίος φυγοδικούσε στον Μωριά. Αυτόν τον δράστη που προηγουμένως είχε αναιρέσει για αγροτολιβαδικές διαφορές τη ζωή του αδελφού του Παναγιώτη, Φιλίππου!

Ο Παναγιώτης, όπως και αδελφός του Αντώνης αργότερα, βρέθηκε κοντά στο σεβάσμιο ιερέα θείο του Νικόλαο, πρωθιερέα του πατριαρχικού ναού του Ευαγγελισμού και Μ. Οικονόμο της Ελληνικής Κοινότητος της Αλεξάνδρειας καθώς και παππού του διάσημου χαράκτη Γιάννη Κεφαλληνού.

Ο ιερέας ακολούθησε το 1864 τον γιο του, Διονύση, πατέρα του χαράκτη, ο οποίος κατέληξε στην Αλεξάνδρεια μετά τις σπουδές του στα οικονομικά και γλώσσες στην Ιταλία. Το έφερε η ανάγκη να διαφύγει στην Ιταλία και συγχρόνως να χάσει τη δυνατότητα να γυρίσει εκ νέου στη Ζάκυνθο, αφού ο πρωτεξάδελφός του και προπάππους μου Αντώνης έπνιξε μέσα στη φυλακή τον Πλέσσα, φονιά του αδελφού του Διονύση, Κωνσταντίνου.

Ο Αντώνης δεν είχε αποδεχτεί τότε τη συγχώρεση που έδωσε από την Ωραία Πύλη στην διάρκεια της λειτουργίας της Ανάστασης ο διανοούμενος – καλλίφωνος ιερέας Νικόλαος στον φονιά του γιου του, προκειμένου να σταματήσει η πολύχρονη βεντέτα των Γιακουμαίων με τους Πλεσσαίους. Ήταν ακριβώς η στιγμή που μέσα στο ιερό του φέρανε την αποτρόπαια είδηση!

Η ζωή του Αντώνη Κεφαλληνου ή Κακριμάνου υπήρξε περιπετειώδης. Συνδέεται με την ίδια την παράδοση της οικογένειας. Ο Αντώνης στηριζόταν από το Ρωμιάνικο Κόμμα και υπήρξε παντοτινός φίλος, και πρωτοπαλίκαρο του μεγάλου Νόμπιλε Αλεξάνδρου Ρώμα. Τον συναντάμε στον Δομοκό να πολεμάει τους Τούρκους, στην πρώτη γραμμή, μαζί με τον Ρώμα που τραυματίζεται. Εκεί, συλλαμβάνει Τούρκους που δεν τους εκτέλεσε, όπως συνηθιζότανε λόγω έλλειψης τροφής και στέγης, και παρά την θέλησή του, βέβαια, ταμίας αυτού του σώματος των Γαριβαλδινών. Το Σώμα αυτό, πολεμούσε από Κρήτη μέχρι τα Γιάννενα και ο ευπατρίδης Δ. Ρώμας το ίδρυσε και το χρηματοδοτούσε!!

Στην βεντέτα Γιακουμαίων – Πλεσσαίων ίσως είχε εμπλακεί και ο Σταματέλος, που τον συναντάμε στα σημειώματα με τα μικρά ονόματα, τα οποία μου έδινε η μάνα μου κάθε χρόνο από μικρό παιδί, για να το δίνω στον παπά αφού η ίδια δεν πήγαινε λόγω πένθους στην εκκλησία, προκειμένου να τα μνημονεύσει το ψυχοσάββατο, την πιο επώδυνη για την παιδική μου ψυχή μέρα του χρόνου. Ονόματα φορτωμένα με τραγικές ιστορίες, μνήμες και δόξες πολλές. Παναγιώτης πόσες φορές άραγε; Μα και Αντώνης, Διονύσης, Γιάννης, Γιακουμής, Σταματέλος…
Για όλα αυτά τα ονόματα μέσες άκρες κάτι ήξερα μα το «Σταματέλος» ήταν, παντελώς άγνωστο για μένα και έτσι δειλά, δήθεν αδιάφορα, ρωτούσα την μητέρα μου για αυτόν. «Μου παραδόθηκε από παλιά, παιδάκι μου» απαντούσε και εγώ σιωπούσα.

Αργότερα βέβαια οι αγαπημένες μου υπάλληλοι της Εθνικής βιβλιοθήκης, βλέποντας την αγωνία μου, θα ανασύρουν από το υπόγειο την πρώτη εφημερίδα που εκδόθηκε στην Ζάκυνθο, το «Μέλλον», όπου εκεί αναφέρεται (άρ. 3, 15 Ιανουαρίου του 1849) η είδηση ότι: Η βουλή “κατά την επέτειον Ζακύνθου εορτήν των γεννεθλίων του Ιησού Χριστού ελευθερώνει εκ των φυλακών, μεταξύ των άλλων, τους αδελφούς Σταματέλο και Παναγιώτη Κεφαλληνό, από το χωριό Σκουλικάδο. Στο επόμενο φύλλο ( αρ. 4, 22 Ιανουαρίου 1849) διαψεύδεται η είδηση της αμνηστίας και προστίθεται η ευχή «Είθε το αθέλητον να γίνει καλός περί των δυστυχών εκείνων οιωνός”.

Ίσως αυτοί, οι Γιακουμαίοι Παναγιώτης και Σταματέλος, να αναίρεσαν την ζωή κάποιου Πλέσσα στο φονικό που έγινε στο Σκουλικάδο το 1837 και μετά 12 χρόνια ζητούσαν χάρη για να ελευθερωθούν. Αυτό το γεγονός πιστοποιεί η έρευνα μας, χωρίς όμως να αναφέρονται, στην αποδελτίωση, ονόματα.

Επίσης, όπως διηγείτο η μητέρα μου και κυρίως ο θείος Νίκος, στην Αλεξάνδρεια κατέφυγε και ο πρώτος εξάδελφος του πατέρα μου, Αντώνης Κεφαλληνός, που όντας ιπτάμενος αξιωματικός της πολεμικής αεροπορίας με βραβεία στην Γερμανία, χάθηκε παντοτινά από προσώπου γης μαζί με το αεροπλάνο του το 1942.

Μπορεί για το γεγονός αυτό να μέτρησε, όπως λέγεται, η υποψία ότι ο Αντώνης ήτανε πράκτορας των Σοβιετικών και συγχρόνως της «Ιντέλιτζεντ Σέρβις». Στο τελευταίο γράμμα στους γονείς του, το οποίο μου ανέφερε η αδελφή του Ανθούλα, ο αεροπόρος, πριν εξαφανιστεί παντοτινά από προσώπου γης, έγραφε: “Μη μου στείλετε γράμμα, αν δεν σας γράψω εγώ”. Όμως στην αμέσως προηγούμενη επιστολή είχε αναφέρει: “Τα χρήματα που μου στείλατε δεν τα έλαβα, στην Αλεξάνδρεια βρίσκομαι, την οικογένεια του θείου ιερέα τη βρήκα”.

ΜΕΡΟΣ ΙΙ

Τότε ήταν που οι ανηλεείς σπαθοφόροι χωροφύλακες του τμήματος Κατασταρίου έκαναν καταδρομικές στα Γιακουμέικα και σπάραζαν την ψυχή της θείας Ελένης.
Παρά τις ικεσίες του Θείου Νίκου να απομακρυνθούν, με επιμονή πάσκιζαν να μάθουν που βρισκόταν ο γιος της, ο αεροπόρος, και να πάρουν πληροφορίες για τον αδελφό της Σπύρο Πλέσσα, που αναίρεσε τη ζωή της πρώτης του γυναίκας και του εραστή της στο κάτω χωριό.

Άραγε γιατί τέτοιες «άγιες» γυναίκες, όπως η θεία Ελένη, η μητέρα του Ναπολέοντα μα και η μητέρα μου, να επιζητούν παραβατικές οικογένειες; Πάντα με το αστείο της, μαζί με τα ευτράπελα του θείου Καραγιάννη, που την έκλεψε όταν η ανάγκη τον έφερε, και αυτόν, να διαφύγει και να ζήσει για μερικά χρόνια στον Μωριά. «Ομού συνηγμένοι» και οι τέσσερεις μας, μαζί με την μάνα μου, στα ατελείωτα μεσημέρια του καλοκαιριού που τα περνάγαμε κάτω από την συκιά – τραβασάνα – των σπιτιών μας. Ήταν οι μόνοι που είχαν απομείνει και κάναμε παρέα στα Γιακουμαίικα.

Για τα παλιά, όπως πάντα, ούτε κουβέντα όπως και για τον Αντώνη τον αεροπόρο, επίσης. Τα πήρε το ποτάμι όλα, όπως τα γράμματά του σε μια θεομηνία, όπως και τα αρχεία, τα παράσημα και τις στολές του, που κάηκαν σε ένα βομβαρδισμό στο σπίτι του στην Αθήνα. Για όλα αυτά- το να σώζω μνήμες και γεγονότα από τα παλιά- το θεώρησα ύψιστο χρέος και αποστολή μου.
Μέσα σε αυτό το κλίμα είχαν πετρώσει τα λόγια της μητέρας μου μα και των οικείων μέσα μου: «Εσύ πλήρωσες ήδη αυτό που σου αναλογεί στη ζωή, δεν θα κάνουμε άλλες χαρές του κόσμου».

“Γι’ αυτό, δεν θα μαλώνεις ποτέ, το βράδυ θα γυρίζεις στο σπίτι, για να μη δώσεις άλλες πίκρες στη μάνα σου που έμεινε μόνη από είκοσι-τριών χρονών για σένα. Στην πέμπτη τάξη του δημοτικού “χωρίζοντας δρόμους” θα μεταγραφείς στο σχολείο του διπλανού χωριού Κούκεσι που είναι πιο κοντά. Εσύ θα προχωρήσεις στο Γυμνάσιο, χωρίς να κοιτάζεις τι θα επιλέξουν οι συμμαθητές σου στο Κούκεσι και, όταν θα τελειώσεις το Λύκειο, υποχρεωτικά θα φύγεις για την Αθήνα, ώστε να μην προχωρήσουμε σε άλλα γεγονότα“.

Πράγματι, θυμάμαι σαν να ήταν χθες, πολυαγαπημένοι μου αναγνώστες, που με κάλεσε η μάνα μου κάτω από την ελιά, για να μου πει: «Δύο τάξεις σου μένουν να τελειώσεις το Δημοτικό, καλύτερα να σε γράψουμε στο Κούκεσι, που είναι πιο κοντά από το σχολείο του Σκουλικάδου στη Μερτούλα». Και εγώ, «άλαλη η φωνή του ανθρώπου», τι να πω; Πήρα ιστορίες αιώνων της οικογένειάς μου στους παιδικούς μου ώμους και μεγάλωσα βίαια.

Τις οικογενειακές αυτές «ντιρεκτίβες» τις τήρησα στην ουσία τους, απολύτως! Στα γεγονότα της Νομικής (Νοέμβρης του ‘73), για παράδειγμα, και βέβαια θα ανέβω την στρόγγυλη σιδερένια σκάλα που οδηγούσε στην ταράτσα, στον «έβδομο ουρανό», με τους εξεγερμένους φοιτητές και τις ουρανομήκεις κραυγές τους: «Ψωμί – Παιδεία -Ελευθερία», «Έξω οι Αμερικάνοι». Όμως το στρογγυλό πέρασμα στο φως του ήλιου φάνταζε, αλλοίμονο, τόσο στενό για μένα… Έτσι η μικρότητά μου και η φάρα μου με οδήγησε στα κυνηγητά με την αστυνομία στους γύρω δρόμους και κρύψιμο σε στάσεις λεωφορείων, καταστημάτων και πάνω απ’ όλα στο Μέγαρο του Ταχυδρομείου στην Κοτζιά, να κάνουμε δήθεν ότι αγοράζουμε γραμματόσημα με τους υπαλλήλους να μειδιούν χαμηλοφώνως. Φυσικά το βράδυ «σεμνά και ταπεινά» στο σπίτι.
Μα και στο Πολυτεχνείο, πάντοτε έξω από τα «τείχη» του χρέους, όταν το νοσοκομειακό θα έλθει έξω από την κεντρική πόρτα, δήθεν να πάρει τραυματίες, και θα πετάξει εκ του σύνεγγυς τα χημικά, ξέφυγα προς την πλατεία Βάθης και τράβηξα για το σπίτι μας στο Αιγάλεω και, δυστυχώς, για μένα, ήταν τόσο ενωρίς ακόμα.

Συγχρόνως, τηρώντας τα «νόμιμα» δεν θα οργανωθώ, γεγονός που το γνώριζε πολύ καλά η ασφάλεια, η οποία με πολιτικά με επισκεπτόταν τακτικά στο Αιγάλεω, αλλά και ενίοτε με απειλές στο σπίτι μου στο Σκουλικάδο και όπου αλλού στο δρόμο με συναντούσε.

Επίσης παρά τα κωμικοτραγικά γεγονότα που συνέβησαν για καιρό στα «συρεκέλια» μου στο Αστυνομικό Τμήμα του Αγίου Σπυρίδωνα στο Αιγάλεω, μου υπογράψανε τελικά τη συνέχιση της αναβολής στράτευσής μου, παρόλο που δεκάδες συμφοιτητές μου, γνήσιοι αγωνιστές αυτοί, στην Φυσικομαθηματική Σχολή τους ντύσανε στο χακί. Τότε η αγωνία, οι παραινέσεις και οι φόβοι της μητέρας και του αδελφού της στη Ζάκυνθο αν και φανερές, βγαίνανε ψιθυριστά με όλα, όμως, τα βαθιά συναισθήματα λύπης που τάραζαν την ψυχή μου. Τουλάχιστο για το τάγμα ανεπιθύμητων αδιόρατη η υποψία της.

Ναι, είχε πολιτικό κριτήριο η μητέρα μου και το φανέρωσε πολλές φορές όχι μόνο με τη συμμετοχή της στα φεστιβάλ της Νεολαίας και στις διαδηλώσεις. Το φανέρωσε με σημασία την Κυριακή 29 Ιουλίου του 1973 στο Δημοψήφισμα του Γ. Παπαδόπουλου.

Όταν, λοιπόν, κατά το πρωινό θα της αναφέρω: «Μάνα, στο σχολείο που κάνει δημοψήφισμα η Χούντα, για να διώξει τον Βασιλιά, παρευρίσκεται άνθρωπός της και δίνει έτοιμο το φάκελο με το “ΝΑΙ” και ο κόσμος το παίρνει και ψηφίζει “φόρα” χωρίς να μπαίνει στο παραβάν! Εγώ δεν θέλω να σε πιέσω, αποφάσισε εσύ τι θα πράξεις».
«Δεν θα πάρω, παιδί μου, τον έτοιμο φάκελο και θα μπω στο παραβάν. Κόντρα στη δική σου στάση ζωής, δεν θα πάω».

Η μητέρα μου Αγγελικούλα, όπως τη φώναζαν, υπήρξε μια μορφή που τη γέννησε και τη διαμόρφωσε η ανάγκη να ξαναγεννηθούμε σαν οικογένεια μετά από τόσες αναιρέσεις ζωής, ορφάνιες και συμφορές δύο αιώνων πίσω – και λίγο λέω – οι περισσότερες από τις οποίες αναφέρονται στο εδώ κείμενο.

Έτσι, θυμάμαι με συγκίνηση τώρα που έφυγε από την ζωή, σε ποιο ακριβώς μέρος βρισκόμουν, όταν πρωτομάθαινα τα διάφορα τραγικά γεγονότα επί των ημερών μου .
Για παράδειγμα, οκτώ χρονών παιδί ήμουνα, όταν κρατούσα στα χέρια μου στην αυλή του σπιτιού μας στα Γιακουμαίϊκα τη μισοσκισμένη, αθηναϊκή εφημερίδα με τη φωτογραφία του πρωτοξάδελφου του πατέρα μου, Ναπολέοντα Κακολύρη ή Παπαντώνη.

Μόλις είχε σκοτώσει, Πρωτομαγιά του 1960 στην Αθήνα, σε μία σοβαρή διένεξη με την οικογένεια Παπαποστόλου για λόγους τιμής, από λάθος την αδελφή του Ελευθερία, τελειόφοιτη της Φιλοσοφικής, και, και εξ’ αυτού, στη συνέχεια το φοιτητή και ερωτικό της σύντροφο Αποστόλη Παπαποστόλου καθώς και τη μητέρα του Αποστόλη. Το ασύλληπτο αυτό έγκλημα που συγκλόνισε την Ελλάδα, είχε τέτοια χροιά που κάθισε μόνο δώδεκα χρόνια στη φυλακή!

Δεν έχω λόγια να περιγράψω την οδύνη και των δυο μας κατά τις επισκέψεις μας στα Κακολυρέικα στο νέο τους σπίτι στα Πατήσια. Και αυτήν την αγία μητέρα του Ναπολέοντα πώς να την παρηγορήσεις; Πώς να χωρέσει ανθρώπου νους ότι ο γιος της σκότωσε την κόρη της και αδελφή του; Τι να ψελλίσουμε και εμείς με τη μητέρα μου, οι ταπεινοί του Κόσμου, όταν την βλέπαμε περίλυποι να λιώνει πάνω στην μοδιστρική για να πηγαίνει κάθε εβδομάδα στις Φυλακές της Τίρυνθας φαγητό και χρήματα στον Ναπολέοντα.

Εκεί, στον δρόμο μπροστά από αυτές τις φυλακές, θα με κατεβάσει το εκδρομικό σχολικό λεωφορείο, το 1970, την τελευταία στιγμή, για να δω τον θείο Ναπολέοντα. Πού έμαθε, άραγε για την συμμετοχή μου στην εκδρομή αυτή της 6ης Γυμνασίου Ζακύνθου; Πώς ειδοποιήθηκε ο συνοδός καθηγητής, για να επιτρέψει να δει τον «γιο» του, όπως με έλεγε, ένας βαρυποινίτης;
Όπως έμαθα με την ίδια συγκίνηση και το 1961, το φόνο του αδελφού της γιαγιάς μου από τη μεριά της μητέρας μου, Δ. Πλέσσα ή Μπέστια και τον βαρύ τραυματισμό στο κεφάλι του γιου του Τάση, στο κάτω Χωριό, από τον νεαρό γιο του αδελφού της γυναίκας του, Σακογιάννη, στο «μαγαζί» του παππού μου.

Τότε περιφερόμουνα στα αλώνια που απλώναμε την σταφίδα ταραγμένος, γιατί δεν είχα το κουράγιο να γυρίσω σπίτι και να αντικρύσω τη γιαγιά Διονυσία και την μητέρα μου. Ας είναι! Το γεγονός αυτό με ξεπέρναγε, μου πάγωνε το αίμα, όταν στις συχνές επισκέψεις μας με την μάνα μου στα Μπεστιέικα αντίκριζα το θρήνο της θείας Μαρούλας για τον χαμό του άντρα της και τη χλεύη πως ο φονιάς ήταν αίμα της!

Η μητέρα μου δεν παραμελούσε ποτέ τα «πρωτόκολλα» και έτσι επισκεπτόμαστε, κατά καιρούς, κλάδους της πολύπαθης οικογένειάς μας. Σταθερά μου επέβαλε, με τον τρόπο της, τις ανάλογες υποχρεώσεις μου. «Πρέπει να πάρεις ένα κανίσκι και να πας να δεις τον τάδε ή τον δείνα» και πάει λέγοντας.

Συγχρόνως, εντύπωση και μια ανεξήγητη γοητεία στις ελάχιστες συναντήσεις μας, μου προξενούσε η θεία Ζαμπέλα χωρίς να τολμώ ερωτήσεις «ακατάλληλες για ανηλίκους».
Η θεία Ζαμπέλα ήταν κόρη της Διονυσίας, αδελφής του προπάππου μου Αντώνη, που τη ζωή της αναίρεσε άδικα, στο κάτω χωριό, ο άντρας της, ο περιβόητος Τζώρτζης Κολυβάς – Στούπας με τους επτά γιούς, αντάμα με τον γιο της Πανάγο. Και το ασύλληπτο: Από τα παιδιά της Διονυσίας, αδέλφια της θείας Ζαμπέλας, τον Πανάγο άνθρωπο επίσης σκληρό, μα και σπουδαίο μαχητή της εθνικής αντίστασης στην κατοχή, τον πυροβόλησαν μετά τον πόλεμο μέσα από τον Πύργο του Δομενεγίνη στο Αργάσι και τον σκότωσαν.

Επίσης και τον αδελφό της τον Νικολό, τον σκότωσε «σε καρτέρι» που έστησε, ο Παλιοθόδωρος ή Σαλιάρης πάνω στο κάρο στην δημοσιά στο Κούκεσι. Έκπληκτοι αντίκρυσαν οι λιτρουβαραίοι το άλογο ακυβέρνητο και τον καρολόγο χωρίς να φαίνεται, να κείται νεκρός μέσα στο κάρο!
Μερικοί Στουπαίοι με τα γεγονότα φύγανε για την Πελοπόννησο, άνοιξαν δουλειές και έφτιαχναν ασκαγιομπάρουτα. Εκεί ανατινάχτηκε σε ατύχημα ο Σαράντης, και αυτός αδελφός της θείας Ζαμπέλας!

Απίστευτο, αλλά δεν υπήρξε καμία επίσκεψη που κάναμε με την μάνα μου να ήταν γαλήνια, καθησυχαστική, εφησυχασμένη. Θυμάμαι στο σπίτι στην Χώρα, της θείας Ευγενικής Μακρή, αδελφή της γιαγιάς Διονυσίας. Όταν βγαίναμε στο πίσω μπαλκόνι, τύχαινε να βλέπουμε στον περίβολο με τα συρματοπλέγματα, των παρακείμενων φυλακών τον θύτη!
Ακόμη και οι επισκέψεις μας, στη ήρεμα ευγενική μα και πολύ αγαπημένη αδελφή του παππού μου του Πάνου, θεία Μαντίνα, μας γέμιζε με μια ανήσυχη γεμάτη νοήματα και συνειρμούς, συγκίνηση. Ήταν η ματιά της, εκείνα τα μάτια της τα μπλε, το νήμα που με συνέδεε με τους προγόνους που δεν γνώρισα.

Θυμάμαι τον γιο της, θείο Γιάννη Κολυβά, να με καλεί να συνοδέψουμε από κοινού στη Ζάκυνθο, τον γιο της κόρης της Μιμίνας, Νίκο Χιώνη όταν αποφυλακίστηκε.
Έρχεται αθέλητα, τότε στην θύμησή μου το 1983 που βρέθηκα στην Ασφάλεια, την ημέρα που ο δεύτερος ξάδελφός μου, Νίκος, είχε εγκληματήσει και θυμάμαι τον πατέρα του, τον Σπύρο, να μου λέει: «Ας ήτανε να τον είχε χτυπήσει στα πόδια, Τάκη μου».

Παντοτινά αισθήματα διατηρώ, για τον θείο Γιάννη Κολυβά, εγγόνο του Κακριμάνου και εμβληματικό φιλόλογο του Αμερικάνικου Κολλεγίου Αθηνών. Ένα κομμάτι, γιατί όχι, και αυτός των Γιακουμαίων που τόσο πολύ και σαν φυσιογνωμία τους ομοιάζει.
Παράλληλα με όλα αυτά ο γενέθλιος τόπος, ενώ δεν στέκει στις μέρες μας ανυποψίαστος και μικρός, αγκομαχάει για να χωρέσει εκείνα τα «Όλα» των καιρών που πέρασαν και χάνονται στην ομίχλη του χρόνου. Τα «Όλα» που δεν παρουσιάζονται εδώ ωσάν επίδειξη, αλλά σαν περιγραφή μιας βαθιάς προσωπικής μαρτυρίας ζωής μιας οικογένειας, ενός τόπου και μιας εποχής!

Τελικά στην πορεία της ζωή μου προσπάθησα και εγώ, να φτιάξω τον δικό μου μικρό «παράδεισο», που δεν θα ορίζεται μόνο από το παρελθόν και τα ερείπια μιας τραυματισμένης ζωής, αλλά θα φωταγωγείται ανασαίνοντας στο μέλλον. Εκεί που ο άνθρωπος θα οδοιπορεί, όχι ιδεολογικά γυμνός και ανέστιος χωρίς να ανήκει πουθενά, αλλά θα αγωνίζεται για τη δημιουργία ενός καλύτερου κόσμου, στον οποίο η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο δεν θα μπορεί να ορίζει τις μοίρες των ανθρώπων και να παράγει ως απότοκο ειδεχθή εγκλήματα.

Άραγε ποιος θα πιστέψει ότι όλα αυτά τα γεγονότα που περιέγραψα, μέχρι τα 50 μου χρόνια, ήταν απολύτως θαμμένα και ουδέποτε συζητιόταν στο σπίτι μας; Όπως και τα μετάλλια από τον στρατό και η κορνίζα με τη φωτογραφία του πατέρα μου, την οποία είχε βάλει η μητέρα μου και αυτήν ανάποδα μέσα στην ξύλινη ντουλάπα;

Τελικά, η σιωπή είναι αντοχή και αυτό που καθοδηγούσε τη μητέρα μου, ως ηθικό πρόσωπο, είναι η αυταπάρνησή της και το πώς την ζήσαμε αυτήν την αυταπάρνηση και την εξιδανίκευση.
Όλα συνέβηκαν εκεί, στο πολύπαθο χωριό μας και ιδιαίτερα στην περίκλειστη τα παλιότερα χρόνια από «θεούς και ανθρώπους» γειτονιά μας. Αυτής του Αγίου Νικολάου, που βρίσκεται στα Καρβουλιανά του Σκουλικάδου. Στον τόπο που έλαμψαν όλες οι ρωγμές του κόσμου!

Ρωγμές που αφορούν Σκουλικαδιώτες, απογόνους Κρητών και Μανιατών, οι οποίοι κατά δεκάδες εμπλέκονται όχι μόνο σε τραγικές ιστορίες και αναιρέσεις ζωής, αλλά και σε ιδιαίτερες εμβληματικές πράξεις, τις οποίες συναντάμε, καθώς ερευνούμε σκαλίζοντας με υπομονή γραφές και συλλογικές μνήμες διάρκειας πλέον των δύο αιώνων.

Μια τέτοια παράδοση επιμένει ότι το όνομα Κεφαλληνός το πήραν φυγόδικοι από την Κρήτη, που είχαν σαν πρώτη στάση τους πριν περάσουν στη Ζάκυνθο, όπως και τόσοι άλλοι Κρητικοί, το χωριό Κεφαλληνός στην περιοχή της Κορώνης. Εκεί υπήρχαν, επίσης, τα χωριά τα Ζερπίσια, ο Δεσύλλας και ο οικισμός Σμίλας, που αποτελούν επίθετα Σκουλικαδιωτών.

Φυσικά, οι συλλογικές μνήμες μας διαμεσολαβούνται από τους πολιτισμικούς κώδικες και τα αξιακά σχήματα της παλικαροσύνης που ρίζωσαν για τα καλά στο χωριό μας για συγκεκριμένους λόγους και σφράγισαν όχι μόνο τις ατομικές μας μνήμες, αλλά και με τελετουργική διάσταση τη ζωή της μητέρας μου. Τελικά το Σκουλικάδο, στρατιωτοχώρι της Βενετίας δεν είναι πλέον ένας συνηθισμένος τόπος στον χάρτη, είναι στάση ζωής! Αυτές τις ζωές, προσπαθώ, να περιγράψω στο, προς έκδοση, βιβλίο μου για το Σκουλικάδο με τίτλο: «Όταν στον κόσμο του ιπποτισμού τα πάθη είναι παράφορα και γνήσια!». Εκεί φαίνεται η πολυκύμαντη ιστορία, ο πολιτισμός, η πολιτική, περηφάνια και η ιεροσύνη που βασίλευσαν στο χωριό μας.

Ωστόσο και εγώ, όταν πλημμυρίζομαι από αμφιβολίες και ενοχές για την επίμονη θεματογραφία των γραπτών μου, τα οποία φαντάζουν «καμώματα» ενός επαρχιώτη στην Ομόνοια, βρίσκω λόγια παρηγοριάς στον «εκ των πλησιέστερων συγγενών μου», Μάνο Χατζιδάκι: «Ο Φελίνι ασχολήθηκε με το παρελθόν του και τις εικόνες του παρελθόντος, τις οποίες συνέδεσε με το μέλλον και την μεγαλοσύνη του. Ήθελε ένα υλικό του παρελθόντος και ο Νίνο Ρότα του το προμήθευε. Ο συνθέτης των ταινιών του Φελίνι σφράγισε, ολόκληρη την πολύ σύγχρονη εποχή μας με ένα υλικό αναμνήσεων, αφού μεταχειρίστηκε τα τραγούδια της μητέρας του.».

Ασφαλώς και στο κύτταρο η μνήμη λειτουργεί ως κυτταρική. Έχει μία ουσία, θέλει να ζήσει, θέλει να φέρει το νέο που το παντρεύει με το παλιό για την κατανόηση του εαυτού μας και του τόπου. Και αυτό θα περάσει με την σειρά του στις επόμενες γενιές, θα περάσει από τον εαυτό μας και στον τόπο μας, γιατί θα περάσει και στην ίδια τη γη που πατάμε.

Γι’ αυτό και εμείς, όσο και να κρυφοκοιτάζουμε το χτες φωτίζοντας σκοτεινές διαδρομές, στη ζωή μας παλεύουμε να βρούμε την ελπίδα μας και δια τούτο εύχομαι τα μοναχοπαίδια εγγόνια μου, να κρατήσουν μόνο τα θετικά των προγόνων τους, ώστε να ζήσουν αξιόλογες ζωές και οικογενειακή γαλήνη!

Για το χαλάλι της ζωής, επίσης, ας αντιστρέψουμε τα λόγια του ποιητή – Θα ‘ρθει μια μέρα που δε θα ‘χουμε πια τι να πούμε- και με περίσκεψη και την αναγκαία σεμνότητα, να ψελλίσουμε: Ίσως μπορέσουν να αλλάξουν κάποτε τα δεδομένα αυτού του κόσμου. Να σταματήσει, δηλαδή, η φτώχεια, οι ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι των νέων «αυτοκρατοριών», οι αρπαγές των λαών, η ταξική εκμετάλλευση και στην περίπτωσή μας η κρατική και η ατομική ανθρώπινη παραβατικότητα.
Προς το παρόν, αφού η «επαναστατική κατάσταση» βραδυπορεί, ας πάρουμε δύναμη, πέρα από τους αγώνες, και από τον παρηγορητικό λόγο της τέχνης, αποδεχόμενοι τα λόγια της από καρδιάς φίλης και ζωγράφου, Μαρίας Ρουσσέα. Λόγια στα οποία καμία άρνηση δεν θα αξίωνε η μητέρα μου!

Τάκη μου,
Η τέχνη ενώνει τους ανθρώπους.
θέλω αγάπη και ειρήνη στον κόσμο,
η ομορφιά της ζωής, η ομορφιά της γης
είναι παντοτινή!

Ζάκυνθος 9 Μάρτη του 2026

Ermis News 26 Απριλίου 2026
Αφήστε ένα σχόλιο Αφήστε ένα σχόλιο

Αφήστε μια απάντηση Ακύρωση απάντησης

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Διαβάστε Επίσης

Ζάκυνθος

Σύσκεψη του ΕΟΔΥ στη Ζάκυνθο για τη λεπτοσπείρωση, κριτική στο Περιφερειακό Συμβούλιο

Εντός των επομένων ημερών θα βρίσκεται στη Ζάκυνθο κλιμάκιο του ΕΟΔΥ για να γίνει σύσκεψη αναφορικά με τα αυξημένα κρούσματα λεπτοσπείρωσης και να συζητηθεί η…

25 Απριλίου 2026
ΕλλάδαΖάκυνθος

Ο νέος σεισμικός χάρτης της Ελλάδας που κατάρτισε το ΑΠΘ για τον αντισεισμικό σχεδιασμό και η θέση της Ζακύνθου

 Σημαντικές αλλαγές σε ό,τι αφορά στον αντισεισμικό σχεδιασμό και την ενίσχυση της ασφάλειας των κατασκευών στην Ελλάδα προτείνονται μέσω του νέου Σεισμικού Χάρτη της χώρας,…

25 Απριλίου 2026
Ζάκυνθος

Μυοκτονία με ρυθμούς εξπρές διενεργεί η Περιφέρεια μετά το θάνατο Ζακυνθινού από λεπτοσπείρωση

Την διαδικασία της μυοκτονίας στη Ζάκυνθο με απ’ ευθείας ανάθεση και με ρυθμούς εξπρές έκανε γνωστή στις 23 Απριλίου η Περιφέρεια, μετά το σάλο που…

25 Απριλίου 2026
ΕλλάδαΖάκυνθος

Κλιμάκιο ΕΟΔΥ στη Ζάκυνθο μετά τα 3 κρούσματα λεπτοσπείρωσης και επείγουσα μυοκτονία με συνοπτικές διαδικασίες

Τρία κρούσματα λεπτοσπείρωσης καταγράφηκαν τον Απρίλιο στη Ζάκυνθο σύμφωνα με επίσημη ανακοίνωση του ΕΟΔΥ. Ένα από αυτά αφορά σε άνδρα, ηλικίας 74 ετών, ο οποίος κατέληξε μετά από νοσηλεία στο Γενικό…

24 Απριλίου 2026
Ζάκυνθος

Σύλληψη ημεδαπού για απάτη στη Ζάκυνθο

Από αστυνομικούς του Τμήματος Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Ζακύνθου, συνελήφθη απογευματινές ώρες χθες, 23 Απριλίου 2026, 45χρονος ημεδαπός, για το αδίκημα της απάτης. Ειδικότερα, μετά…

24 Απριλίου 2026
ΖάκυνθοςΟικονομία

Δ. Ακτύπης: ΄Εως τις 22 Mαίου οι προσφορές για την εκβάθυνση του λιμανιού

Tην έναρξη της διαδικασίας αποκατάστασης των λειτουργικών βαθών στο λιμάνι της Ζακύνθου, από τις κατά καιρούς προσχώσεις, εξήγγειλε με ανακοίνωσή του ο βουλευτής Ζακύνθου Διονύσης…

24 Απριλίου 2026
ErmisNews Λογότυπο

Κατηγορίες Ειδήσεων

  • Ζάκυνθος
  • Ελλάδα
  • Κόσμος
  • Κοινωνία
  • Οικονομία
  • Πολιτισμός
  • Αθλητισμός
  • Αγγελίες
  • Ermis Radio

Σχετικά με Εμάς

  • Η Εφημερίδα ΕΡΜΗΣ
  • Ραδιοφωνικός Σταθμός Ermis Radio 91.8 fm
  • PRINT SHOP / Εκτυπώσεις Offset – Digital
  • Ηλεκτρονική Έκδοση Εφημερίδας “ΕΡΜΗΣ”
  • Συνδρομές Εφημερίδας “ΕΡΜΗΣ”
  • Επικοινωνία

Ταυτότητα

  • Ταυτότητα Εφημερίδας
  • Ποιοι Είμαστε
  • Όροι Χρήσης
  • Πολιτική Cookies

Χρήσιμα

  • Φαρμακεία Ζακύνθου / 24ωρη Λειτουργία
  • Ταξιδεύω / Συγκοινωνίες από/προς Ζάκυνθο

Social Media

Ermis Radio 91.8 fm

Weaved by The Udjat TeamThe Udjat Team Logo
Welcome Back!

Sign in to your account

Χάσατε τον κωδικό σας;