Πρόσφατα διεξήχθησαν εκλογές για την ανάδειξη των νέων οργάνων στον Ιατρικό Σύλλογο Ζακύνθου και ο Πρόεδρος Παύλος Καψαμπέλης μίλησε στην εφημερίδα ΕΡΜΗΣ για τα ιατρικά θέματα με κορυφαίο αυτό που αφορά τις ελλείψεις ιατρικού δυναμικού στα δημόσια Νοσοκομεία.

Ο κ. Καψαμπέλης ανέφερε ένα τρίπτυχο το οποίο ευθύνεται για την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί και πρόκειται για τους χαμηλούς μισθούς, τα εξαντλητικά ωράρια και την έλλειψη εκπαίδευσης.
Οι εκλογές
Για τις εκλογές στον Ιατρικό Σύλλογο ο κ. Καψαμπέλης είπε: «Είναι μια διαδικασία η οποία επαναλαμβάνεται κάθε τέσσερα χρόνια και οι γιατροί εκλέγουν τα όργανα που θα τους διοικήσουν. Ο Ιατρικός Σύλλογος είναι Νομικό πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου που εποπτεύεται από το υπουργείο Υγείας. Εμείς δεν είμαστε ακριβώς συνδικαλιστικό όργανα αν και αναδεικνύουμε τα προβλήματα του κλάδου. Τα κλαδικά Σωματεία ασχολούνται αναλυτικά με τα προβλήματα, όπως η Ένωση των νοσοκομειακών γιατρών, το σωματείο των ελευθέρων επαγγελματιών κλπ. Ο Ιατρικός Σύλλογος είναι ένα επιστημονικό όργανο και ο επίσημος σύμβουλος της Πολιτείας σε θέματα δημόσιας υγείας. Δεν μπορεί να ληφθεί καμία απόφαση που να αφορά την άσκηση της ιατρικής και γενικότερα τη δημόσια υγεία αν δεν ληφθεί υπόψη η θέση του Ιατρικού Συλλόγου Ζακύνθου ή του Πανελλήνιου Ιατρικού Συλλόγου.
Κάθε φορά υπάρχει ανανέωση στο ψηφοδέλτιο και έχουν εκλεγεί αρκετοί νέοι συνάδελφοι, δυναμικοί, οι οποίοι σε συνδυασμό με κάποιους παλιούς, έμπειρους και καταξιωμένους, στελεχώνουν όλα τα όργανα. Αυτό επιδιώκω κι εγώ, να υπάρχει ένας συσχετισμός νέων και παλιών γιατρών, ώστε να έρχονται όλα τα προβλήματα στο Συμβούλιο και να τα συζητάμε».
Οι ελλείψεις των γιατρών
Απαντώντας σε ερώτηση για την επάρκεια γιατρών στο νησί μας, κυρίως στο δημόσιο νοσοκομείο, ο κ. Καψαμπέλης δήλωσε: «στη Ζάκυνθο υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός γιατρών, περίπου 200 είναι και οι περισσότεροι είναι ιδιώτες. Πολλοί είναι νέοι συνάδελφοι που κάνουν το στρατιωτικό τους ή βρίσκονται στο εξωτερικό. Οι «μάχιμοι», αυτοί που ασκούν ενεργά την ιατρική στο νησί, είναι γύρω στους 130. Από αυτούς υπάρχουν οι νοσοκομειακοί, οι γιατροί της πρωτοβάθμιας, των αγροτικών ιατρείων και των Κέντρων Υγείας. Εκεί υπάρχει ανάγκη περαιτέρω στελέχωσης. Κάποιες κλινικές είναι πολύ καλά στελεχωμένες, άλλες υπολείπονται. Φυσικά, τα ίδια προβλήματα έχουν όλα τα νοσοκομεία στην Ελλάδα, αλλά και στο εξωτερικό. Μπορώ να σας πω ότι η Ζάκυνθος είναι ένα μέρος που έχει από τα λιγότερο υποστελεχωμένα νοσοκομεία.
Κοιτάξτε, υπάρχει το πρόβλημα της ιατρικής μετανάστευσης, οπότε έχουν κενά και στα άλλα κράτη. Στη Μ. Βρετανία που υπάρχει ένα καλό υγειονομικό σύστημα, στη Γερμανία στη Γαλλία και αλλού, υπάρχουν κενά. Επίσης από χώρες του τρίτου κόσμου, όπως Πακιστάν, Αίγυπτο, Ινδία κλπ. Υπάρχει μεγάλη ανάγκη σε γιατρούς».
Σήμερα οι ανάγκες για παροχή ιατρικών υπηρεσιών έχουν αυξηθεί και ο κ. Καψαμπέλης δήλωσε: «Σίγουρα οι ανάγκες έχουν αυξηθεί διότι έχει βελτιωθεί το επίπεδο της ιατρικής. Έχουμε καλύτερα διαγνωστικά μέσα και ανακαλύπτουμε πράγματα που στο παρελθόν διέφευγαν. Η ιατρική σήμερα είναι πιο απαιτητική, με πάρα πολλές ειδικότητες και εξειδικεύσεις. Επίσης, υπάρχει πλέον η προληπτική ιατρική, που είναι καλό να υπάρχει.
Παράλληλα, οι μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών λόγω του τουρισμού και η μετανάστευση δημιουργούν μεγάλες ανάγκες. Με τον τουρισμό οι ανάγκες μεγαλώνουν κατακόρυφα. Επίσης έχουν αλλάξει και τα ωράρια. Παλαιότερα ένας γιατρός στο νοσοκομείο έβλεπε 20 άτομα την ημέρα, σήμερα ο ίδιος γιατρός πρέπει να δει 100 άτομα. Έχει αυξηθεί η ζήτηση υγειονομικών υπηρεσιών και εκεί εντοπίζεται το πρόβλημα. Για παράδειγμα, οι παθολόγοι, οι ακτινολόγοι και οι αναισθησιολόγοι είναι πλέον δυσεύρετοι στην Ελλάδα. Πολλοί έχουν φύγει στο εξωτερικό ή ιδιωτεύουν, με αποτέλεσμα να υπάρχει φοβερή έλλειψη στα δημόσια νοσοκομεία. Προκηρύξεις γίνονται, αλλά συχνά αποβαίνουν άκαρπες».
Οι αιτίες για τις ελλείψεις
Απαντώντας σε ερώτηση για τα αίτια των ελλείψεων σε γιατρούς, ο κ. Καψαμπέλης είπε: «Θα έλεγα ότι υπάρχει ένα τρίπτυχο αιτιών. Η μία είναι η οικονομική ανταμοιβή του γιατρού. Στην Ελλάδα απέχουμε πολύ από τον μέσο όρο, είμαστε στη χαμηλότερη κατηγορία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μας έχει ξεπεράσει η Κύπρος, η Βουλγαρία και η Ρουμανία. Οι μισθοί μας δεν πλησιάζουν καν το κατώτατο όριο της Ευρωζώνης. Σκεφτείτε ότι σε κράτη λίγο πιο πάνω από εμάς, οι αμοιβές είναι διπλάσιες ή τριπλάσιες. Επομένως, υπάρχει σοβαρό πρόβλημα και εμείς έχουμε υποδείξει τους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσε να ενισχυθεί το σύστημα. Σας φέρνω ένα παράδειγμα: χωρίς να επιβαρύνεται ο κρατικός προϋπολογισμός, θα μπορούσε να θεσπιστεί ένα απειροελάχιστο τέλος στην είσοδο των τουριστών —για παράδειγμα ένα ευρώ, 10, 30 ή 50 λεπτά—, επίσης 10 λεπτά να επιβληθεί στα προϊόντα καπνού, θα συγκεντρώναμε 300 με 500 εκατομμύρια ευρώ το οποίο θα κάλυπτε αυτή την οικονομική ανάγκη όσον αφορά το μισθολογικό.
Όταν ένας γιατρός παίρνει 1500 ευρώ, δεν μπορεί να πάει σε ένα νησί να ζήσει, να νοικιάσει σπίτι, ειδικά αν έχει οικογένεια. Αφήστε που δεν θα βρει σπίτι, αλλά και αν βρει, τα χρήματα δεν φτάνουν για να καλύψει το κόστος ζωής. Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα. Αυτό είναι το ένα θέμα. Το δεύτερο είναι οι συνθήκες εργασίας, δηλαδή τα ωράρια και ιδιαίτερα το εφημεριακό καθεστώς. Αντιλαμβάνεστε ότι, ενώ έχει ψηφιστεί το 48ωρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, εδώ δεν εφαρμόζεται. Δεν μπορεί να γίνονται εξαντλητικές εφημερίες 24 ωρών· πρέπει να γίνουν οκτάωρα. Ο κουρασμένος γιατρός γίνεται επικίνδυνος για τον ασθενή αλλά και για τον εαυτό του, καθώς δεν μπορεί να κάνει σωστά τις διαγνώσεις υπό καθεστώς ψυχολογικής και σωματικής κόπωσης. Υπάρχουν και πολλά άλλα ζητήματα που αφορούν τις συνθήκες εργασίας.
Το τρίτο θέμα είναι η εκπαίδευση. Είναι κομβικής σημασίας, ιδιαίτερα για τους νέους γιατρούς, καθώς αυτοί εισέρχονται στα νοσοκομεία για να εκπαιδευτούν στην αρχική φάση της καριέρας τους. Για μία δεκαετία μετά την αποφοίτηση από το Πανεπιστήμιο, ο γιατρός πρέπει να εκπαιδεύεται στην πράξη υπό την καθοδήγηση και την εποπτεία των παλαιότερων συναδέλφων του. Επομένως, αυτά είναι τα τρία σημαντικά προβλήματα που αντιμετωπίζουμε. Το ιατρικό κίνημα έχει καταθέσει προτάσεις προς το Υπουργείο, όμως προσκρούουμε κυρίως στην έλλειψη πόρων, αν και το πρόβλημα είναι εξίσου έντονο στις συνθήκες εργασίας και στην εκπαίδευση.
Γι’ αυτόν τον λόγο οι περισσότεροι καταφεύγουν στον ιδιωτικό τομέα ή φεύγουν στο εξωτερικό. Για την εκπαίδευση και τις συνθήκες εργασίας φεύγουν οπωσδήποτε στο εξωτερικό. Για να είμαστε ακριβοδίκαιοι, κάποια θέματα έχουν αντιμετωπιστεί και δεν διστάζουμε να το αναγνωρίσουμε.. Πρέπει να γίνουν περισσότερα βήματα. Εμείς θα είμαστε ευτυχείς και θα επικροτήσουμε κάθε θετική εξέλιξη».