Του Στέλιου Τζερμπίνου (1935-2025)
Δεν είμαι βέβαιος για το αν, στην παρούσα περίπτωση, θα μπορούσε να έχει εφαρμογή η περίφημη εκείνη ρήση του Μαρξ, σύμφωνα με την οποία “η ιστορία επαναλαμβάνεται ως φάρσα”, από τη στιγμή όμως που ένα ιστορικό γεγονός, όπως η “γκιόστρα”, εντάσσεται στα …“δρώμενα” του ζακυνθινού καρναβαλιού, όλα μπορεί κανείς να τα υποθέσει. Από την άλλη μεριά, όταν η τέχνη (λογοτεχνία, ποίηση, ζωγραφική, θέατρο, μουσική) μιμείται την ιστορία, παράγει πολιτισμό και κατά τούτο, πιστεύω, αξίζει μια γρήγορη ιστορική αναδρομή στο γεγονός, όσο και μια σύντομη θεώρηση της σύγχρονης αναπαραγωγής του στη Ζάκυνθο.
Mε το θέμα έχω και παλαιότερα ασχοληθεί (Βλ. ετήσιο φυλλάδιο 2008, του πολιτιστικού σωματείου “Giostra di Zante”) η σημερινή αναφορά μου ωστόσο, δεν χάνει την επικαιρότητά της, αφού και η … ιστορία, για μιαν ακόμη φορά, επαναλαμβάνεται.
Η “γκιόστρα” στη Ζάκυνθο ανάγει τις απαρχές της στα χρόνια της Φραγκοκρατίας και ακμάζει τοπικά, κατά την βενετσιάνικη περίοδο, ανάμεσα στο δεύτερο μισό του 17ου και το πρώτο μισό του 18ου αιώνα (1650-1740). Είναι επίσης γνωστό, ότι το ιππικό αυτό αγώνισμα, μετά από παπικές παρεμβάσεις και μεταβολές των συνθηκών διεξαγωγής του, απέβαλε τον αρχικά βίαιο και πολλές φορές αιματηρό χαρακτήρα του, ενώ η παληκαριά, ο ερωτικός παράγων και η “γυναικαρέσκεια”, (εκπληκτικής ευρηματικότητας και χάριτος η ανεπανάληπτη αυτή λέξη του αείμνηστου ιστορικού Παναγιώτη Χιώτη), στάθηκαν καθοριστικοί συντελεστές στο να μεταλλάξουν τον ενδεχόμενο δόλο μιας επικίνδυνης σωματικής βλάβης σε επίδειξη δεξιοτεχνίας και αθλητικής άμιλλας.
Ο ανθρώπινος στόχος υποκαταστάθηκε με ένα ανδρείκελον (το λεγόμενο “mascaron moro”) που οι διαγωνιζόμενοι “δορυκτυπούσαν επί καθαιρέσει (giostra alla quintana)ή τρέχοντες έφιπποι και σκοπεύοντες κρίκον τριδακτύλιον κρεμάμενον εν μετεώρω διεπέρων αυτόν δια του δόρατος” (giostra all’anello) και η “γκιόστρα” πιά μετεξελίχθηκε σε άθλημα ιππικής τέχνης.
Εγκαταλείποντας τα πρωτογενή χαρακτηριστικά της, πέρασε διαχρονικά από τον ευρωπαϊκό Μεσαίωνα και την ελληνοβυζαντινή παράδοση στην δυτική Αναγέννηση, υποβλήθηκε στην κάθαρση του μεσαιωνικού ιπποτικού έπους, καθιερώθηκε σαν “θεαματική γιορτή” και μας κληροδότησε πολλές χιλιάδες σελίδες με κονταρομαχίες, φανταστικά κατορθώματα και υπερβατικούς έρωτες, υπερβολές και αφέλειες, που παρά τον όγκο τους, δεν θεωρήθηκαν ποτέ, ούτε καν και σήμερα, περιττό βάρος ούτε για την ιστορία του πολιτισμού, ούτε για τις βιβλιοθήκες που σέβονται τον προορισμό τους.
Όπως όμως και νάχει το πράγμα δεν μπορεί κανείς να μη σταθεί σεβαστικά απέναντι σε μια κολοσσιαία ποιητική-λογοτεχνική παρέμβαση, που συντελείται στην Ευρώπη από την Αναγέννηση κυρίως και μετά, μέσα από την οποία το μεσαιωνικό ιπποτικό έπος αναδιπλώνεται με αξιώσεις επώνυμων υπογραφών. Περιορίζομαι ν’ αναφερθώ ενδεικτικά στον Ερωτευμένο Ορλάνδο του Ματτέο Μαρία Μπογιάρντο (1441-1494), στον Μαινόμενο Ορλάνδο του Λουντοβίκο Αριόστο (1474-1533), στην Απελευθερωμένη Ιερουσαλήμ του Τορκουάτο Τάσσο (1544-1595), στην αφηγηματική ποίηση του Τόμας Μάλορυ (1405-1471), που ανακυκλώνει τον θρύλο του βασιλιά Αρθούρου και των Ιπποτών της Στρογγυλής Τραπέζης, αλλάκαι στον Ιβανόη του Ουόλτερ Σκοτ (1771-1832), έργα που σταδιοδρόμησαν επιτυχώς και στον κινηματογράφο.
΄Οσον αφορά στον ελληνικό χώρο το “είδος” λειτουργεί πάνω στις συντεταγμένες της έμμετρης μυθιστορίας και διαλάμπει στο βυζαντινό έπος του Διγενή Ακρίτα, στο Χρονικό του Μωρέως , στον Ερωτόκριτο του Βιτσέντζου Κορνάρου (1553-1613/14), στην Ερωφίλη του Γεωργίου Χορτάτζη (16ος -17ος αι.) αλλά και στη θεατρική Ευγένα (1646) του Ζακυνθινού Θεόδωρου Μοντσελέζε. Ακόμη, στα δυσαναγνώριστης πατρότητας ιπποτικά ρομάντσα Ιμπέριος και Μαργαρώνa, Βέλθανδρος και Χρυσάντζα, Καλλίμαχος και Χρυσορρόη, “Λίβιστρος και Ροδάμνη κ. ά. Σ’ όλα αυτά τ’ αναγνώσματα ανδρείοι και υψηλόφρονες “ιππομάχοι” κονταροχτυπιoύνται για να κερδίσουν το ερωτικό αντικείμενο του πόθου τους και την υστεροφημία του μύθου τους. Το μεσαιωνικό κονταροχτύπημα, όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο Βάλτερ Πούχνερ (βλ. βιβλιογραφία), πέρασε ως λογοτεχνικό είδος στα λαϊκά αναγνώσματα για ν’ αναστηθεί πάλι στο λαϊκό πολιτισμό ως θέαμα.
Στα νεώτερα χρόνια ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής (1809-1892) με το έργο του Ο αυθέντης του Μωρέως , το πρώτο ελληνικό (ιστορικό) μυθιστόρημα, θέτει τα θεμέλια της αφηγηματικής πεζογραφίας στη νεοελληνική λογοτεχνία και εξασφαλίζει, για χάρη μας, ανεπανάληπτες περιγραφές του …αθλήματος, όσο κι αν η καθαρεύουσα του μπορεί μεν σήμερα να ξενίζει, όχι όμως και να του στερεί την αναγνωρισιμότητα και την αποδοχή μιας ιδιαίτερης αισθητικής, στην οποία και ευχαρίστως παραπέμπω με το παρακάτω απόσπασμα:
“…H μάχη έμεινε πολλήν ώραν ισόρροπος, διότι ο Γωλτιέρος έδειξεν ότι είχε της χάριτος ανωτέραν ακόμη την επιδεξιότητα. Τέλος δ’ ώρμησαν αμφότεροι οι αντίπαλοι κατ’ αλλήλων, τα κατάφρακτα στήθη των ίππων των συγκρουσθέντα εβρόντησαν, εν ω δ’ εκάμφθησαν οι οπίσθιοι πόδες αυτών, ο Βαρόνος της Μάνης έκλινε βιαίως εμπρός, όπως καταφέρη κατά του Γωλτιέρου πληγήν, ήτις έμελλε να περατώση την πάλην. Αλλ’ αυτός δια ταχείας στροφής του σώματος ως έγχελυς τον διέφυγε, και παρεκλίνοντα ήδη της καθέτου, ήρκεσε να τον εγγίση πλαγίως δια της λόγχης του, όπως τον κρημνίση των αναβολέων του. Μέγας τότε αλαλαγμός και βροχή χειροκροτήσεων ηγέρθη μεταξύ των θεατών, η δε ΄Αννα, αισθανομένη πυριφλέκτους τας παρειάς της, έλαβε δια τρεμούσης χειρός τον στέφανον, όστις συνέκειτο εξ αργυρών αστέρων, και τον έτεινε προς τον νικητήν. Αυτός δε, δια της χειρός ευχαριστών τον επευφημούντα λαόν, επροχώρησεν όπως λάβη το γλυκύ άθλον, γλυκύ, διότι υπό γλυκείας χειρός τω εδίδετο”.
Παράλληλα στη μουσική, στο μπαρόκ κυρίως αλλά και στον ρομαντισμό, ο ιπποτικός χαρακτήρας που περιβάλλει αυτούς τους “αγώνες αυτοξύλων δοράτων”, όπως ονομάζει τις κονταρομαχίες ο βυζαντινός χρονικογράφος Κίνναμος, εξασφαλίζει αριστουργηματικές πατέντες για όπερες …γκιοστράντε που θα τροφοδοτήσουν πλουσιοπάροχα την συνθετική έμπνευση και το ρεπερτόριο κορυφαίων μουσικών δημιουργών (Γκλούκ, Λουλύ, Χέντελ, Τζομέλι, Σαλιέρι, Χάιντν, Ροσίνι, Ντβόρζακ, Βέρντι, Βάγκνερ και όχι μόνο).
Δύσκολο ασφαλώς, αν όχι και αδιανόητο, να συγκινείται κανείς σήμερα διαβάζοντας για τους έρωτες, τις κονταρομαχίες και τις υπερβασίες των διαφόρων Ρουτζέρο, Ροντομόντε, Ρινάλντο, Αστόλφο, Σομπρίνο, Ολιβιέρο, Μπραντιμάρτε, Αγκραμάντε, Σακριπάντε κ.ο.κ., που διακινούνται ανάμεσα στις σελίδες της ιπποτικής λογοτεχνίας και στις γκραβούρες αντίστοιχων εικαστικών παραστάσεων αλλά η ουσία του θέματος δεν είναι εκεί. Mιλάμε για μιαν ευρύτερη ιδέα που χρησιμοποίησε την ποίηση και τη λογοτεχνία στην ιστορική της συντήρηση, τη ζωγραφική στην εικαστική της απόδοση και τη μουσική επένδυση στη θεατρική της διάσταση.
Η ανάγκη της διαφύλαξης των πολιτισμικών αξιών του παρελθόντος είναι πολλαπλώς εξηγημένη και κανείς ασφαλώς δεν θα μπορούσε ν’ αρνηθεί στην “γκιόστρα” της Ζακύνθου την πολιτισμική της χρησιμότητα. Και η ένταξή της μέσα στην κατ’ ανάγκην ευτράπελη και κάπως …ειρωνική ατμόσφαιρα του καρναβαλιού, αναντίρρητα, δεν χρειάζεται επιχειρήματα για την στήριξή της. Ας την δούμε συνεπώς σαν αντίδοτο τέχνης, ποιότητας και φαντασίας που τόσο έχει ανάγκη το ταλαίπωρο ζακυνθινό καρναβάλι.
Βιβλιογραφία
Π. Χιώτης, Ιστορικά Απομνημονεύματα της Νήσου Ζακύνθου (τ. 2ος).
Παναγιώτης Κανελλόπουλος, Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος (τ. ΙΙ).
Will Durant, Παγκόσμιος Ιστορία του Πολιτισμού (τ.E΄).
Harold Rosenthal – John Warrack, The Concise Oxford Dictionary of Opera, Oxford University Press.
Μαρία Σγουρίδου, Η εικόνα του αθλητισμού μέσω της λογοτεχνίας, Πρακτικά Διεθνούς Συμποσίου, Θεσσαλονίκη 4-7 Νοεμβρίου 2004, Παν/μιο Θεσσαλονίκης 2005.
Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής, Ο αυθέντης του Μωρέως.
Βάλτερ Πούχνερ, Λαϊκό θέατρο στην Ελλάδα και στα Βαλκάνια, εκδ. Πατάκη.