Οι σύγχρονοί του στη Ρωσία όπου έζησε και έκανε μια μοναδική επαγγελματική καριέρα στη ρωσική διπλωματική υπηρεσία την ταραχώδη περίοδο 1809-1822, με τους ναπολεόντιους πολέμους και το Συνέδριο της Βιέννης, θυμούνται τον Καποδίστρια ως έναν ήσυχο, ντροπαλό και ευγενικό άνθρωπο, που φαινόταν μάλλον ασυνήθιστος για τα αριστοκρατικά σαλόνια της Αγίας Πετρούπολης της εποχής.
Ήταν λεπτός, μάλλον ψηλός, ντυμένος εξ ολοκλήρου στα μαύρα, με το χλωμό πρόσωπό του να αποτελεί παράδειγμα ελληνικής ανδρικής ομορφιάς. Αυτή η σκούρα ενδυμασία και η χλωμή, κλασική φιγούρα ζωντάνευαν από εκφραστικά, μεγάλα μαύρα μάτια, που η αυστηρότητά τους απαλυνόταν από τη λευκότητα της γραβάτας και των μαλλιών του, χτενισμένα α λα βερζέτ και προσεκτικά πουδραρισμένα. Ορισμένες βασικές ιδιότητές του – καλοσύνη, σεμνότητα, εργατικότητα και ευφυΐα – διαμόρφωσαν και το στυλ εργασίας του και της ευρύτερης προσέγγισής του στα σύνθετα θέματα, το οποίο συνίστατο σε προσεκτική αναζήτηση συμβιβασμού και συμφωνίας μεταξύ όλων των μερών.
Ο Καποδίστριας απέδιδε κατά κανόνα την έκρηξη των κρίσεων και των επαναστάσεων της εποχής του στα πολιτικά λάθη κυβερνήσεων που έχουν εγκαθιδρύσει τυραννικό ή άδικο καθεστώς, στις αδικίες και προκλήσεις της απολυταρχίας, στην αύξηση των ανισοτήτων, στην κακή οικονομική κατάσταση, στην κακοδιοίκηση, στις διώξεις των φιλελεύθερων, ενίοτε μετριοπαθών, ή ριζοσπαστών αντιπάλων των καθεστώτων, που δεν ανταποκρίνεται ούτε στα ζητήματα των υπηκόων τους ούτε στις λειτουργίες τους στην εξωτερική ή την εσωτερική πολιτική σκηνή.
Εν τούτοις φαίνεται να εξετάζει μετά το 1820 και τις απόψεις που κυριαρχούσαν σε κύκλους της Ρωσικής Αυτοκρατορίας και των διπλωματών της εποχής, συμπεριλαμβανομένου, σύμφωνα με τις οποίες οι επαναστάσεις ήταν αποτέλεσμα συνομωσιών επαναστατών, καρμπονάρων, μυστικών εταιρειών και αξιωματικών που εκμεταλλεύονταν την πλειοψηφία των στρατιωτών και των λαϊκών μαζών.

Ο Καποδίστριας ήταν οπαδός της πεφωτισμένης δεσποτείας. Πίστευε ότι σε ένα τέτοιο πολιτικό καθεστώς, ο κάτοχος της ανώτατης εξουσίας μπορούσε να αντιταχθεί στην κοινή γνώμη και να εφαρμόσει αντιδημοφιλείς, όταν ήταν απαραίτητες, μεταρρυθμίσεις, ενώ μια απολύτως δημοκρατική κυβέρνηση δεν μπορεί να εφαρμόσει τέτοιες μεταρρυθμίσεις ή δεν θα είναι σε θέση να τις ολοκληρώσει, καθώς δεν θα επανεκλεγεί για την επόμενη θητεία. Επιπλέον τα ιδιοτελή συμφέροντα των κομμάτων μπορούσαν να οδηγούν σε συνεχείς πολιτικές διαμάχες και να επιβραδύνουν ή να αποτρέπουν τη λήψη αποφάσεων.
Ο Καποδίστριας φαίνεται ότι είχε αναπτύξει κάποια προκατάληψη κατά ορισμένων στοιχείων της δημοκρατικής διακυβέρνησης, ως προβληματικού και μη αποτελεσματικού, («στις δημοκρατίες μιλάνε πολύ, παίρνουν αποφάσεις με δυσκολία και ενεργούν πάντα πολύ αργά») από την εμπειρία του στα Επτάνησα και το σχέδιο συντάγματος της Ιονίου Δημοκρατίας, που είχε διαμορφώσει ο Γ.Δ.Μοντσενίγος.
Όμως παρά την προσήλωσή του στις αρχές της μοναρχικής εξουσίας, ο Καποδίστριας δεν ήταν αντίπαλος του Συντάγματος και των δημοκρατικών θεσμών.
Αντιθέτως, όλες σχεδόν οι πολιτικές παρεμβάσεις του εμπεριέχουν κάποια στοιχεία συνταγματικότητας και φιλελευθερισμού. Είναι σαφής η πάγια θέση του ότι προϋπό- θεση για την ομαλή εξουσία του μονάρχη είναι απαραίτητη η χορήγηση, μετριοπαθούς Συντάγματος, όχι ως προϊόντος επανάστασης αλλά άνωθεν, που θα εμπεριείχε τους θεμελιώδεις νόμους της Πολιτείας και θα καθόριζε τα δικαιώματα και τα καθήκοντα του μονάρχη και των υπηκόων του, ώστε να προστατεύονται από την τυραννία και την ανομία.
Ειδικότερα, όχι μόνο η Ελβετία αλλά και η Γαλλία οφείλουν τα πρώτα Συντάγματά της, μετά την ανατροπή του Ναπολέοντα, στον Καποδίστρια, ο οποίος προσπάθησε να προωθήσει Συντάγματα και στην Ισπανία και σε ιταλικά κράτη.
Όμως κατά τον Καποδίστρια, η εισαγωγή φιλελεύθερων και συνταγματικών θεσμών από μόνη της δεν εγγυάται την κοινωνική ειρήνη και δεν μπορεί αυτόματα να αποκαταστήσει τον σεβασμό προς την κυβέρνηση. Η κυβέρνηση πρέπει να διασφαλίζει την ευημερία, τη βελτίωση της ζωής των υπηκόων της και την ικανοποίησή τους.
Ταυτοχρόνως, πέραν της πρόληψης των κρίσεων και των επαναστάσεων και την αποκατάσταση της τάξης ο Καποδίστριας εξέτασε με διεισδυτικό και ευφυή τρόπο τα προβλήματα των χωρών που επίσης έπρεπε να αντιμετωπισθούν. Ο Καποδίστριας τόνιζε πάντα στα κείμενά του τη σημασία των μελετημένων μεταρρυθμίσεων για επίτευξη προόδου και σταθερότητα. Αντιλαμβανόμενος όμως ότι τα αποτελέσματα ορισμένων μεταρρυθμίσεων θα εκδηλωθούν πλήρως σε μεγάλο χρονικό διάστημα, θεωρούσε ότι κύριο κριτήριο για τον έλεγχο της αποτελεσματικότητας ορισμένων μέτρων είναι η μετριοπάθεια, η βιωσιμότητα, η προώθηση των βασικών στόχων και η ικανοποίηση όλων των μερών.
Ο Καποδίστριας, έδινε πάντα μεγάλη σημασία στην κοινή γνώμη και την ανάγκη σεβασμού της εμ μέρους της εξουσίας. Γνωρίζοντας ότι κάθε πολιτικό γεγονός προκαλεί μια ορισμένη απήχηση στη κοινωνία, που μπορεί να είναι καταλυτική για την επιτυχία ή αποτυχία ενός π.χ. προτεινόμενου μέτρου, θεωρούσε σκόπιμη την πλήρη ενημέρωση της κοινής γνώμης για τις πράξεις και σχέδια της διοίκησης και επέμενε ότι η κυβέρνηση έπρεπε να εξηγεί τις πράξεις της στους υπηκόους της δημοσιεύοντας και σχολιάζοντας τα διάφορα μέτρα. Όπως έλεγε, ορισμένες πολιτικές πράξεις, ακόμη και οι πιο ορθές είναι καταδικασμένες σε αποτυχία εάν έχει σχηματιστεί αρνητική κοινή γνώμη για αυτές αυτές, ενώ ακόμα και όχι βάσιμες προτάσεις μπορούν να επιτύχουν, αν υποστηρίζονται από τον πληθυσμό.
Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται, σε κάποιο μέτρο, η ευνοϊκή στάση του σε διανοούμενους της εποχής του που θα μπορούσαν να προωθήσουν αποτελεσματικότερα κάποιες ιδέες ή σχέδια. Θεωρούσε το κομψό ύφος των έργων τους και τις ρητορικές τους ικανότητες σημαντικό μέσο πειθούς τόσο στο εσωτερικό, όσο και στη διπλωματική εργασία.
Τα ανωτέρω συνδέονται με την επανειλημμένη επίκλησή του στην κατανόηση και προσαρμογή στις κρατούσες συνθήκες-που δεν ταυτίζονται πάντα με τις προηγούμενες. Θεωρούσε ότι η κατάσταση στην Ευρώπη είχε αλλάξει μετά τη γαλλική επανάσταση και τους ναπολεόντιους πολέμους και οι διάφορες απολυταρχικές παλινορθώσεις, χωρίς λήψη υπόψη των νέων συνθηκών και υιοθέτηση κάποιων συνταγματικών πλαισίων δεν θα είχαν επιτυχία και βιωσιμότητα, ούτε κοινωνική και οικονομική αποτελεσμα- τικότητα για την πρόοδο των χωρών.
Έχοντας ισχυρή αίσθηση του ιστορικού χρόνου, ο Καποδίσυτριας πίστευε ότι τα πολιτικά γεγονότα και οι διαδικασίες έχουν ιστορικούς λόγους και καταβολές και είναι εξαιρετικά δύσκολο να αλλάξουν σε σύντομο χρονικό διάστημα. Θεωρούσε ότι τα γεγονότα των ημερών μας είναι το αποτέλεσμα των γεγονότων που προηγήθηκαν. Επομένως, για να κρίνουμε για ορισμένα γεγονότα, είναι απολύτως απαραίτητο να κατανοήσουμε τα προηγούμενα.
Η δημιουργία ενός ‘’συστήματος συλλογικής ασφαλείας’’, και αρχικώς ‘’ηθικής’’, και όχι κατασταλτικής αντίδρασης στις επαναστάσεις και τις κρίσεις, αναπτύχθηκε από τον Καποδίστρια ως ενδεχόμενη βάση για περαιτέρω ανάπτυξη και ενίσχυση των διεθνών σχέσεων, της ευρωπαϊκής ενοποίησης ή του διεθνούς δικαίου. Δεν είναι υπερβολικό να λεχθεί ότι η ‘’ευρωπαϊκή ενότητα/συμμαχία’’, και το ‘’σύστημα συλλογικής ασφάλειας’’ του πρότεινε μαζί με τον Τσάρο Αλέξανδρο Α’ υπήρξαν μεγάλη καμπή στην εξέλιξη των διεθνών σχέσεων.
Ο Καποδίστριας τόνιζε ως διπλωματική προτεραιότητα στις διεθνείς κρίσεις τα ειρηνικά συλλογικά μέτρα, σημειώνοντας ότι καταστολή/ένοπλη επέμβαση μπορούσε να επιτραπεί μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν δεν υπήρχαν άλλες λύσεις. Επιπλέον, η συλλογικότητα των ενεργειών έπρεπε να αποτελέσει εγγύηση ότι αυτή η παρέμβαση δεν θα χρησιμοποιηθεί από μία ή περισσότερες Δυνάμεις για την ικανοποίηση των ιδιοτελών συμφερόντων τους. Αυτές οι συλλογικές ενέργειες έπρεπε να πραγματοποιηθούν με βάση την «παγκόσμια ένωση/ συμμαχία» των ευρωπαϊκών δυνάμεων, η οποία, κατά την άποψη του Καποδίστρια, είχε πράγματι διαμορφωθεί ή ήταν υπό διαμόρφωση στην Ευρώπη μετά το 1815.
Ο Καποδίστριας δεν υπήρξε μόνο έναν άνθρωπος που συνέβαλε σημαντικά στην ανάπτυξη της ρωσικής διπλωματίας, υπηρετώντας την από το 1809, προαχθείς σε συν-Υπουργό Εξωτερικών το 1815, αλλά ένας μοναδικός Έλληνας πατριώτης που προώθησε με κάθε τρόπο τα συμφέροντα και την ανεξαρτησία της Ελλάδας. Είτε προσπαθώντας να επηρεάσει τον Τσάρο και άλλους εκπροσώπους Δυνάμεων υπέρ της Ελλάδας, είτε παρέχοντας κάθε αρωγή στην ανάπτυξη των Ελλήνων (αρωγή μέσω της ‘’Φιλομούσου Εταιρείες, αρωγή για σπουδές Ελλήνων φοιτητών, οικοδόμηση εκκλησιών, συγκέντρωση δωρεών για τις ανάγκες της επανάστασης κλπ.) είτε ως πρώτος κυβερνήτης της από το 1827-1831.
Η μοίρα του Καποδίστρια, ενός ξεχωριστού ανθρώπου, ταυτόχρονα οραματιστή και ρεαλιστή, που συνδύαζε μοναδικά την ακεραιότητα, τις αρχές, την αρετή, την εμπειρία και την μόρφωση, ήταν δραματική. Δεν βρήκε επαρκή κατανόηση του μεγέθους του, έστω και αν έφθασε στα ανώτατα αξιώματα, ούτε στη Ρωσία ούτε στην Ελλάδα, όπου πέθανε από χέρια δολοφόνων. Αποδείχθηκε υπερβολικά φιλελεύθερος για τον Ρώσο Τσάρο, ενώ ορισμένοι Έλληνες τον κατηγόρησαν για τάση προς αυταρχικές μεθόδους διακυβέρνησης.
Σήμερα, χιλιάδες δρόμοι, πλατείες, πανεπιστήμια, ιδρύματα, ινστιτούτα κλπ. σε όλη την Ελλάδα φέρουν το όνομά του. Τριάντα χρόνια μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, αποφασίστηκε η οικοδόμηση μιας ελληνορθόδοξης εκκλησίας στην Αγία Πετρούπολη για αυτόν και η χρηματοδότησή της έγινε με προσφορές από όλη τη Ρωσία, που πραγματοποιήθηκε το 1864. Κατά τη διάρκεια των εορτασμών για την 300ή επέτειο της Αγίας Πετρούπολης, αποκαλύφθηκε στη βόρεια πρωτεύουσα ένα μνημείο για τον Ιωάννη Α. Καποδίστρια.
Το κείμενο βασίζεται σε απόψεις και λεκτικό του ρωσικού Υπουργείου Εξωτερικών και Ρώσων ιστορικών.
*O Διονύσης Καλαμβρέζος είναι Πρέσβης ε.τ.