Ζάκυνθος

Νίκιας Λούντζης: Έτος 60, μετά Σεισμών

 

Συμπληρώνονται αυτές τις μέρες του Αυγούστου, εξήντα χρόνια από την ολοκληρωτική καταστροφή της πόλεως της Ζακύνθου, από τους σεισμούς και την επακόλουθη πυρκαγιά του 1953. Κατά περίεργη σύμπτωση, το 1893, δηλαδή πριν από άλλα εξήντα χρόνια (και εκατόν είκοσι από σήμερα) η Ζάκυνθος πληγώθηκε από άλλους καταστρεπτικούς σεισμούς. Το 1893 πληγώθηκε. Το 1953 εξοντώθηκε.

Όταν μου ζητήθηκε από τον «Ερμή» να αναφερθώ στο 1953, αναρωτήθηκα τι θα μπορούσε κανείς να γράψει που να ενδιαφέρει τη γενιά των σημερινών Ζακυνθινών. Δεδομένου μάλιστα, ότι το θέμα έχει κατά καιρούς προσεγγισθεί διεξοδικά, σε δοκίμια, φωτογραφικά λευκώματα κλπ.

Αποφάσισα, τελικά, αποφεύγοντας αναφορές και περιγραφές, να επικεντρωθώ σε τρία σημεία: 1) Στην υλική καταστροφή και στο χειρισμό της ανοικοδόμησης, 2) στην ψυχική δοκιμασία, αλλά και στην αγωνιστικότητα της γενιάς του 1953, 3) στη μεταγενέστερη αλλοίωση των χαρακτηριστικών της ζακυνθινής κοινωνίας.

 

1) Η υλική καταστροφή και ο χειρισμός της ανοικοδόμησης.

Οι συχνοί σεισμοί προκαλέσανε πολεοδομικές ανακατατάξεις και εκσυγχρονισμούς, έτσι ώστε κατά τον 19ο αιώνα η κοινωνική και οικονομική άνοδος της αστικής τάξης να οδηγήσει στη διαμόρφωση μιας πολιτείας πανέμορφης, με διαχρονικά χαρακτηριστικά, που γοήτευσε αισθητές όπως ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου και ο Άγγελος Προκοπίου και που χαρακτηρίστηκε από τους περιηγητές ως «Φλωρεντία της ανατολής».

Τον Αύγουστο του 1953, όπως προαναφέρθηκε, η πόλη αυτή γκρεμίστηκε και κάηκε. Καταστράφηκε το μεγαλύτερο μέρος των καλλιτεχνικών της θησαυρών, οι βιβλιοθήκες, τα αρχεία, ακόμα και οι τίτλοι ιδιοκτησίας των πολιτών στο υποθηκοφυλακείο. Η επακόλουθη ανοικοδόμηση μεταγενέστερα δέχτηκε κριτικές. Υποστηρίχτηκε, από νεωτεριστές, ότι η μετασεισμική tabula rasa αποτέλεσε – όμοια με την Brazilia – πρόκληση σχεδιασμού μιας εκτεταμένης κηπούπολης, πέρα από τα παλιά όρια, με φαρδείς δρόμους και κάποιο περιορισμένο ιστορικό κέντρο μεταξύ των πλατειών Αγίου Μάρκου και Σολωμού. Υποστηρίχτηκε στον αντίποδα, από νοσταλγούς, ότι κάποια κτίρια που ισοπεδώθηκαν αδιάκριτα, θα μπορούσανε να είχανε διασωθεί. Οι κριτές και επικριτές, ωστόσο, παραγνωρίσανε την οικονομική και κοινωνική κατάσταση της μεταπολεμικής Ελλάδος. Οι ανάγκες ήτανε μεγάλες, τα μέσα πενιχρά και οι λύσεις, εκ των πραγμάτων, μεσοβέζικες. Η ηττημένη Ιταλία εξάλειψε τις πληγές του βομβαρδισμού του Μιλάνου και η επίσης ηττημένη Γερμανία ανοικοδόμησε την Δρέσδη. Η σύμμαχος των νικητών Ελλάδα δεν αξιώθηκε, εκείνη, κάποιας οικονομικής στήριξης για να ανοικοδομήσει δημιουργικά τη Ζάκυνθο. Η ηθική και το συμφέρον, βλέπετε, ακολουθούνε διαφορετικά μονοπάτια.

 

2) Η ψυχική δοκιμασία, αλλά και η αγωνιστικότητα της γενιάς του 1953.

Τον Αύγουστο του 1953 η ζακυνθινή κοινωνία βίωσε, σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, όχι απλώς μια βαθιά κρίση, αλλά κάτι σαν ξαφνικό υλικό θάνατο. Θάνατο της οικογενειακής και επαγγελματικής στέγης, θάνατο του οικιστικού περιβάλλοντος, θάνατο της πολιτισμικής κληρονομιάς αιώνων. Θάνατο, γενικότερα, όλων των υλικών συμβόλων του σπουδαίου τοπικού της πολιτισμού.

Τα επακόλουθα είναι γνωστά. Κάποιο τμήμα του αστικού κυρίως πληθυσμού, προτίμησε την έξοδο και τον αγώνα επιβίωσης στην όποια ξενιτιά. Αν, post mortem, ζητούσε από τους αποδημητικούς αυτούς σπουργίτες εξηγήσεις ο Ιωάννης Τσακασιάνος, θα του απαντούσαν ότι έφυγαν από μια Ζάκυνθο που δεν ήτανε πια Ζάκυνθος, και που δεν θα ξαναγινόταν ποτέ η Ζάκυνθος των σπουργιτών.

Όσοι μείνανε, περάσανε μαρτυρικά χρόνια κακουχίας και ανασφάλειας σε σκηνές και παραπήγματα, πασχίζοντας σε πρώτο στάδιο να επιβιώσουν υλικά και ψυχικά και σε δεύτερο, να δημιουργήσουμε μια πόλη με άμεσο ζητούμενο την αντισεισμική ασφάλεια, και μόνον με απώτερο – η μάλλον ενδεχόμενο – το ρυθμό και το κάλλος. Πρέπει, όμως, να παραδεχθούμε ότι η γενιά των μετασεισμικών μαρτύρων – αγωνιστών δεν εγκατέλειψε τις ιδιαιτερότητες και τις αξίες του τοπικού πολιτισμού. Θα μπορούσε, αντίθετα, να ισχυρισθεί κανείς ότι στηρίχτηκε σ’ αυτές ψυχολογικά. Θα ήταν άδικο να μην αναφερθούμε και στην προσφορά κάποιων πολιτών, που στις μέρες του πανικού, πέρα από την προσωπική επιβίωση επιζητήσανε τη διάσωση στοιχείων πολιτισμού ή που, αργότερα, στις μέρες της αποκατάστασης, επιζητήσανε τη δημιουργία φορέων και εστιών παραδοσιακών εκδηλώσεων. Ας θυμηθούμε τη διάσωση των χειρογράφων του Σολωμού από τον Νικόλαο Βαρβιάνη. Ας θυμηθούμε τη δημιουργία το 1966 του Μουσείου Σολωμού χάρη στις προσπάθειες μιας ομάδας διακεκριμένων πολιτών. Ας θυμηθούμε τη συγκρότηση της πρώτης μετασεισμικής μπάντας χωρίς στολές…

 

3) Η μεταγενέστερη αλλοίωση των χαρακτηριστικών της ζακυνθινής κοινωνίας.

Ωστόσο, περίπου τρεις δεκαετίες αργότερα, χτύπησε την πόρτα της Ζακύνθου η πρόκληση της τουριστικής εκμετάλλευσης. Την οποία πόρτα, είχαν ήδη διαβεί τα ισοπεδωτικά πρότυπα της ελληνικής τηλεόρασης. Η οικονομία έκτοτε μετατοπίστηκε σταδιακά από τον αστικό στον υπαίθριο χώρο και η ιδιομορφία του τοπικού πολιτισμού άρχισε να εκφυλίζεται. Επικράτησε, γενικότερα, η εσφαλμένη άποψη ότι ζητούμενο των επισκεπτών αποτελούσε η χονδροειδής αναπαραγωγή του τοπικού τους περιβάλλοντος και των τοπικών τους τρόπων διασκέδασης. Με αποτέλεσμα, αντί ο φιλοξενούμενος να έχει την εμπειρία της διαφορετικότητας, ο φιλοξενών να χάσει εκείνος τη διαφορετικότητά του.

 

2013

Όλα έχουν τώρα αλλάξει. Μαζί με την οικονομία και η νοοτροπία. Το μπετόν έχει εξαλείψει το φόβο του σεισμού και η καταστροφή του 1953 περιορίζεται στα περιθώρια μιας ιστορικής αναφοράς.

Να όμως που, απρόσμενα, η Ζάκυνθος απειλείται από έναν νέου τύπου σεισμό. Από έναν «σεισμό» τον οποίο το μπετόν είναι ανίκανο ν’ αντιμετωπίσει. Αναφέρομαι φυσικά στον οικονομικό σεισμό που συγκλονίζει το πανελλήνιο.

Η γενιά του τουρισμού πλούτισε γρήγορα και απερίσκεπτα, αποβλέποντας στην ποσότητα και όχι στην ποιότητα. Όμως το γρήγορο, για να μη γίνει πρόσκαιρο, την χρειάζεται την ποιότητα. Μήπως, υπό τις παρούσες συνθήκες οι Ζακυνθινοί πρέπει ν’ ανατρέξουνε στο 1953 δημιουργικά και ν’ αναζητήσουνε την ξεχασμένη τους ποιότητα; Μήπως πρέπει στα πλαίσια της τουριστικής οικονομίας, να επιδιώξουνε την προβολή της πολιτισμικής τους ιδιαιτερότητας; Ευτυχώς υπάρχουν ακόμα πυρήνες και μάλιστα αξιόλογοι, που αγωνίζονται γι’ αυτό το σκοπό και παράγουν αποτελέσματα σημαντικά. Ωστόσο, στην παρούσα κρίση, δεν αρκούν οι πυρήνες. Στον αγώνα της ποιοτικής αναγέννησης οφείλει να συστρατευθεί η κοινωνία σύμψυχη, μαζί με την εκάστοτε πολιτική της ηγεσία. Η τραγική και ηρωική γενιά του 1953 έδωσε το παράδειγμα. Η πολιτισμική της ποιότητα και ιδιαιτερότητα, της εξασφάλισε την ανάκαμψη από μια τετελεσμένη καταστροφή. Η γενιά της σύγχρονης εξελισσόμενης καταστροφής είναι ανάγκη να την θυμηθεί και να την μιμηθεί. Εξήντα χρόνια μετά…

 

Νίκιας Λούντζης

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *