Του ΔΙΟΝΥΣΗ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΥ*
Όπως είναι γνωστό σε όλους ο Σταυρός στο νησί μας δεν πετιέται στο νερό, δεμένος σε κορδέλα, όπως στα άλλα μέρη, αλλά «βαφτίζεται» από τον Δεσπότη του νησιού, στερεωμένος πάνω σε ένα μακρύ κοντάρι.
Οι Ζακυνθινοί, μάλιστα, επιμένουν σε αυτήν την συνήθεια, γνωρίζοντας πως οι ιδιαιτερότητες δίνουν την ταυτότητα, ενώ η ισοπέδωση και η ομοιομορφία, την ανυπαρξία και κάποτε, όταν ο πρώτος μη εντόπιος Επίσκοπος θέλησε να ρίξει το ιερό σύμβολο με κορδέλα στην θάλασσα, όλοι μαζί οι παρευρισκόμενοι στην τελετή του φώναξαν ειρωνικά: «Τσιμπάει, Δεσπότη, τσιμπάει;» και έτσι από την επόμενη χρονιά το έθιμο επανήλθε.
Να δούμε, όμως, το πώς ξεκίνησε αυτή η ιδιαιτερότητα, που έγινε πτυχή του τοπικού τυπικού, αλλά και του τοπικού πολιτισμού. Αυτό μας το αποκαλύπτεται στην ντόπια εφημερίδα «Αλήθεια» στο 3ο της φύλλο (σ.σ. 3 – 4), το οποίο κυκλοφόρησε λίγες μέρες πριν την μεγάλη γιορτή, στις 29 Δεκεμβρίου 1884. Εκεί διαβάζουμε πως μέχρι τότε ο αγιασμός των υδάτων γινόταν από πολλές εκκλησίες της πόλης και ιδιαίτερα από αυτές, οι οποίες βρίσκονταν κοντά στην παραλία. Πολλοί από τους παρευρισκόμενους στην κάθε τελετή έπεφταν στην θάλασσα, όταν έριχνε σε αυτήν ο ιερέας τον Σταυρό και όποιοι τον έπιαναν, τον περιέφεραν όλη την ημέρα στην πόλη, για να συλλέξουν χρήματα.
«Πολλαί δε αταξίαι συμβαίνουν», γράφει το σχόλιο της εφημερίδας, «εις την ώραν, όπου ο ιερεύς ρίπτει τον σταυρόν, διότι οι άνθρωποι, έχοντες προ οφθαλών το συμφέρον των χρημάτων, πέφτουν εις την θάλασσαν και πολλάκις συνέβη να συγκρουσθούν, και να φοβερίσει ο ένας τον άλλον με το μαχαίρι εις την χείρα, άλλοτε πάλιν συνέβη να αρπάξουν τον Σταυρόν από το χέρι του Ιερέως, προ του να φθάση εις την θάλασσαν».
Σε όλα αυτά, όπως διαβάζουμε στην συνέχεια, ο Αρχιεπίσκοπος του νησιού (αυτός ήταν τότε ο τίτλος του τοπικού Επισκόπου) αποφάσισε να δώσει ένα τέλος. Ο ίδιος κάθισε και έκανε ένα δικό του τυπικό, το οποίο δημοσιεύεται με κάθε λεπτομέρεια στην εφημερίδα και με αυτό συμφώνησαν ο τότε Νομάρχης και ο τότε Δήμαρχος.
Πριν προχωρήσουμε στο τυπικό ας σημειώσουμε πως Αρχιεπίσκοπος Ζακύνθου ήταν τότε ο πολυσυζητημένος, από κάθε πλευρά, Διονύσιος Λάτας, φρέσκος στον επισκοπικό θρόνο του νησιού του, μια και η ενθρόνισή του είχε γίνει στις 31 Μαρτίου της ίδιας χρονιάς (1884), άρα η τελετή του Αγιασμού των Υδάτων, στην οποία αναφερόμαστε (αυτή του 1885), ήταν η πρώτη της αρχιερατείας του. Επίσης να αναφέρουμε πως Νομάρχης ήταν ο Ευθύμιος Σπυράκης και Δήμαρχος ο Λούκας Καρρέρ.
Είναι ξεκάθαρο πως αυτά που θα συμβούν την ημέρα των Θεοφανείων του 1885, με αρχιερατική απόφαση και έγκριση των αρχών, θα εδραιωθούν και θα αποτελέσουν μέρος του ντόπιου, εκκλησιαστικού τυπικού. Έτσι στο κείμενο της «Αλήθειας», το οποίο γνωστοποιεί τις αλλαγές στο κοινό, διαβάζουμε το εξής χαρακτηριστικό: «Απεφασίσθη να γείνη το πράγμα κατά τον εξής τρόπον, το οποίον θα καθιερωθεί ως συνήθεια του τόπου δι’ όλους τους μεταγενέστερους χρόνους».
Ακολουθεί η περιγραφή αυτού του «τρόπου», η οποία είναι ακριβώς η ίδια, η οποία τηρείται μέχρι και σήμερα. Για την ιστορία την μεταφέρουμε εδώ.
Η λειτουργία του ναού της Μητροπόλεως θα αρχίζει ακριβώς στις 9 και θα τελειώνει στις 10 1/2 . Μετά θα αρχίζει η τελετή του Αγιασμού, η οποία θα διαρκεί έως τις 11 ¼. Τότε θα προσέρχονται στην εκκλησία οι πολιτικές αρχές, ο Νομάρχης και ο Δήμαρχος, «μετά των υπαλλήλων αυτών, οι Δικασταί, οι Καθηγηταί και Διδάσκαλοι, και εν γένει όλοι οι υπάλληλοι, όλοι οι Αξιωματικοί μεθ’ όλου του στρατού, και η οργανική μουσική πλήρης». Επίσης «Οι Ιερείς όλοι της πόλεως, έχοντες κατά την ώραν εκείνην τετελεσμένην την λειτουργίαν εις τους Ναούς της Ενωρίας αυτών, προσέρχονται και ούτοι εις τον Ναόν της Μητροπόλως, φέροντες μεθ’ εαυτών φελόνιον και επιτραχήλιον και μίαν λαμπάδα, επίσης δε και οι εγκριτότεροι των ψαλτών της πόλεως».
Στις 11 ½ θα εξέρχεται από την εκκλησία η πομπή, «κατά τάξιν», με τον Αρχιεπίσκοπο να φορεί πλήρη την αρχιερατική στολή, τον κλήρο, τις αρχές, μαζί με τον στρατό, ο οποίος θα προπορεύεται, ενώ θα παιανίζει η φιλαρμονική. Η λιτανεία θα διασχίζει την πλατεία του Ποιητή (έτσι λεγόταν τότε η πλατεία Αγίου Μάρκου, προς τιμήν του Διονυσίου Σολωμού), θα φτάνει στο Γεφύρι και από εκεί θα καταλήγει στην θάλασσα, απέναντι από το Τελωνείο. Στο σημείο αυτό, σε ξύλινη αποβάθρα, θα «γίνεται μικρά τελετή», μετά από την οποία θα «βαπτίζεται υπό του Αρχιερέως μέγας Σταυρός αργυρούς εις την θάλασσαν, ο καλούμενος Σταυρός του Καπίτωλου δια της αυτής ράβδου επί της οποίας φέρεται, χωρίς να ριφθή ιδιαίτερος Σταυρός εις την θάλασσαν».
Μετά από αυτήν την τελετή «η Ιερά και μεγαλοπρεπής Συνοδεία» θα αναχωρεί και θα επιστρέφει στο ναό της Μητροπόλεως διασχίζοντας την πλατεία Γεωργίου (την σημερινή Σολωμού), την οδό Αγίων Πάντων (αυτήν που ενώνει τις δύο πλατείες) και την πλατεία Ποιητού. Στην Μητρόπολη θα γίνεται η απόλυση από τον Δεσπότη και η πομπή θα διαλύεται.
Χαρακτηριστικό είναι το τέλος του κειμένου της «Αλήθειας», το οποίο μεταφέρουμε αυτούσιο, με την ορθογραφία της εποχής, όπως κάναμε και με όλα τα προηγούμενα αποσπάσματα της εφημερίδας, που χρησιμοποιήσαμε, στο μονοτονικό, όμως, σύστημα γραφής, για καθαρά τεχνικούς λόγους:
«Η τελετή αύτη θα ήναι μία των αρίστων τελετών της Ζακύνθου, παραβαλλομένη προς τας δύο τελετάς του Επιταφίου και του Αγίου Διονυσίου. Ο Ευγενής Δήμαρχος της πόλεως, καθώς και ο Αξιότιμος και καλοκάγαθος Κύριος Σπυράκης, Νομάρχης Ζακύνθου, ήκουσαν μετά μεγάλης ευχαριστήσεως, και παραδέχθησαν την πρότασιν ταύτην του Αρχιερέως, και απεφασίσθη εξ συμφώνου υπό των τριών αρχών, Εκκλησιαστικής, Διοικητικής και Δημοτικής η Ιερά και μεγαλοπρεπεστάτη αύτη τελετή, ήτις, αφ’ ενός δίδει τέλος εις πολλά άτοπα συμβαίνοντα μέχρι τούδε, και αφ’ ετέρου, προσθέτει και καθιερώνει εν άριστον πράγμα δια τον τόπον».
Από το κείμενο αυτό της «Αλήθειας» μαθαίνουμε την αλήθεια για το ξεκίνημα του διαφορετικού αυτού εθίμου της ημέρα των Θεοφανείων της Ζακύνθου, που ξεκίνησε το 1885 και γνωρίζουμε το ποίοι το καθιέρωσαν. Να τονίσουμε πως η γραφή του έχει καθαρά το ύφος εκκλησιαστικού τυπικού και πως από αυτό υποψιαζόμαστε πως έχει γραφτεί από τον ίδιο τον Λάτα ή κάποιον εκπρόσωπο της Μητροπόλεως με την δική του επίβλεψη ή εντολή. Από την Μητρόπολη του νησιού, μετά την έγκριση και των άλλων δύο τοπικών αρχών, πρέπει να στάλθηκε και στην εφημερίδα.
Έτσι ακριβώς όπως προτάθηκε τότε σαν «άριστον πράγμα δια τον τόπον» έφτασε και ως τις μέρες μας. Ας το κρατήσουμε και ας το παραδώσουμε στους νεότερους. Είναι και αυτό ένα κομμάτι της ταυτότητας μας.
Το άρθρο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στον ΕΡΜΗ στις 3 Ιανουαρίου 2024.
Ο Διονύσης Φλεμοτόμος (1956-2024) υπήρξε αρθρογράφος της “Εβδομάδας της Ζακύνθου” (1987-1994) και του “Ερμή” από το έτος 1995.