ΤΟΥ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΣΥΝΕΤΟΥ
‘Ηταν Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2012, μια δροσερή βραδιά γεμάτη ποίηση, μουσική και χρώματα, στη μαγευτική γκαλερί ΚΡΥΠΤΗ του αείμνηστου πάντα Διονύση Παπαδάτου στο Μαχαιράδο, γνωριστήκαμε με τον πολυβραβευμένο ποιητή Τίτο Πατρίκιο.
Ο Τίτος Πατρίκιος είχε την καλοσύνη να μας παραχωρήσει μια συνέντευξη, στην διάρκεια της οποίας αναφέρθηκε εκτενώς στα έργα του, τη ζωή του και τις εμπειρίες του, στα προβλήματα της εποχής και στη συμπεριφορά των νέων.

Βρεθήκαμε την επόμενη ημέρα, νωρίς το μεσημέρι στο στούντιο του ραδιοφωνικού σταθμού ΕΡΜΗΣ RADIO 91.8 και μέτα από μία ενδιαφέρουσα και φιλική συζήτηση στο γραφείο περάσαμε σε μια εκ βαθέων συνέντευξη, στην διάρκεια της οποίας είπαμε πολλά και σημαντικά τα οποία και σας παραθέτουμε.
ΕΡ: Ανήκετε σε μια γενιά ανθρώπων που έχει συσσωρευμένα πολλά βιώματα. Ζήσατε την κατοχή, τον εμφύλιο, τις επόμενες δύσκολες εποχές, ζείτε την Δημοκρατία, ζείτε την ελευθερία και την διάδοση της γνώσης και έχοντας υπόψη όλα αυτά διάβασα κάτι που είπατε στο “Βήμα” τον περασμένο Απρίλιο, ότι ζείτε και ζούμε την εποχή τις απόρριψης των βεβαιοτήτων. Όταν λοιπόν αυτό το ακούει ένας νέος άνθρωπος από έναν βαθυστόχαστο ποιητή, τι μπορεί να προσδοκά για το μέλλον; Αυτή η απόρριψη των βεβαιοτήτων που εκφράσατε στο λόγο σας, τι μπορεί να σημαίνει για μια νέα γενιά ανθρώπων που σήμερα αναζητά μια πυξίδα για το μέλλον;
ΑΠ: Αυτό θα το βρει αυτή η γενιά, διότι κάτι που λέω συχνά και θα μου επιτρέψετε να το επαναλάβω, όταν με ρωτάνε τι συμβουλές δίνετε στους νέους, λέω πως τους δίνω μια συμβουλή: να μην ακούτε ή τουλάχιστον να είστε πάρα πολύ κριτικοί απέναντι στις συμβουλές που σας δίνουν οι παλαιότεροι, διότι πολλές φορές οι συμβουλές που δίνουμε οι παλαιότεροι δεν είναι για να βοηθήσουμε τους νέους αλλά για να δικαιώσουμε εμάς τους ίδιους. Οπότε οι νέοι θα τα βρούνε μόνοι τους, εφόσον όμως λάβουν υπόψη τους και αυτά που είπαν οι παλαιότεροι και αυτά που έκαναν οι παλιότεροι και αφού τα περάσουν από την κρισάρα της κριτικής τους.
ΕΡ: Δεν υπάρχουν δηλαδή για εσάς πλέον στερεότυπα στο κοινωνικό γίγνεσθαι;
ΑΠ: Στερεότυπα όχι, γιατί όσες φορές πίστεψα στα στερεότυπα και όσες φορές έκανα προβλέψεις με βεβαιότητα για την εξέλιξη των πραγμάτων, ξεκινώντας από τα στερεότυπα, έπεσα έξω.
ΕΡ: Ειδικά αυτή την περίοδο που η νέα γενιά, δέχεται τις επιπτώσεις μιας μακρόχρονης κρίσης που δεν είναι μόνο οικονομική, έχει και άλλες πτυχές και αναζητεί ένα νέο προσανατολισμό και ένα νέο στάτους στην ελληνική πραγματικότητα, τι μπορούμε να πούμε ότι εσείς οι παλαιότεροι θα προτείνατε στους νέους να κάνουν, πέρα από την απόρριψη των στερεοτύπων;
ΑΠ: Να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν με κριτική σκέψη την πραγματικότητα αλλά να μπορέσουν να είναι και συνεπείς στην πράξη τους, ως προς αυτά τα οποία έχουν διαμορφώσει στη σκέψη τους, διότι πολλές φορές λένε οι άνθρωποι πράγματα αλλά στην πράξη τους κάνουν τα αντίθετα ή δεν κάνουν τίποτα. Το ζήτημα είναι να είναι κανείς έμπρακτος συμμέτοχος στα γεγονότα αλλά με τη σκέψη την οποία διαμορφώνει σε κάθε φάση των πραγμάτων.
ΕΡ: Πιστεύετε ότι εδώ που έχει φτάσει η ελληνική κοινωνία σήμερα ένα μερίδιο ευθύνης αναλογεί στους απλούς πολίτες, στους απλούς εργαζόμενους, στον κόσμο που εκλέγει ή δεν εκλέγει, ψηφίζει ή δεν ψηφίζει αλλά ουσιαστικά επιτρέπει στο να γίνονται αυτά τα οποία γίνονται;
ΑΠ: Πιστεύω το βασικό μερίδιο ευθύνης είναι δικό μας, γιατί έχουμε όλες τις ελευθερίες για να σκεφτόμαστε, να συζητούμε και να ψηφίζουμε και εμείς διαλέγουμε με την ψήφο μας. Θα μου πει κανείς βέβαια ότι μας διαμορφώνουν εκείνοι που κυβερνούν τα μέσα ενημέρωσης, τον τύπο, τα κανάλια, τους δρόμους από τους οποίους διαχέεται η πληροφορία, ναι αλλά τελικά εμείς διαμορφώνουμε την κατάσταση, την πραγματικότητα.
ΕΡ: Αυτό το επίπεδο της ελευθερίας της έκφρασης, της δυνατότητας δηλαδή να ζούμε σε μια ανεπτυγμένη Δημοκρατία, πιστεύετε ότι είναι κάτι το οποίο ενδεχομένως κινδυνεύει σήμερα από κάποιες δυνάμεις;
ΑΠ: Απ’ αυτό, πιστεύω, που μπορεί να κινδυνέψει είναι από την ποσοτική υπερεπέκτασή του. Γιατί πολλές φορές πια εξαντλούνται όλες οι δυνατότητες έκφρασης μέσω των καινούριων καναλιών και αυτή η εξάντληση των δυνατοτήτων οδηγεί στην εξάντληση των δυνατοτήτων άμεσης επικοινωνίας των ανθρώπων. Δηλαδή οι άνθρωποι σήμερα, απ’ ότι βλέπω και από τους νεότερους και από τα παιδιά μου, πολύ περισσότερο επικοινωνούν με τον απέναντί τους μέσω των διαφόρων τεχνικών επικοινωνίας και πολύ λιγότερο έρχονται σε άμεση επαφή. Η άμεση επαφή έχει μειωθεί και αυτό που νομίζω ότι χρειάζεται είναι η επικοινωνία με τον άλλον να είναι εντελώς άμεση χωρίς διαμεσολαβήσεις.
ΕΡ: Αναφέρεστε στον πολιτισμό της τεχνολογίας, τους διαδικτύου, πιστεύετε ότι όλα αυτά μπορούμε να τα βρούμε κάποια στιγμή μπροστά μας;
ΑΠ: Μα τα βρίσκουμε.. ήδη τα βρίσκουμε πιστεύω, χωρίς όμως να μειώνω καθόλου τη σημασία της τεχνολογίας και των καινούριων επινοήσεων. Διότι διαρκώς γίνονται νέες επινοήσεις στην τεχνολογία. Λόγου χάρη κάτι που μου κάνει εντύπωση: λέμε ότι πρέπει να απαλλαγούμε από τον έλεγχο που κάνουν στην ιδιωτική μας ζωή, οι εξουσίες, οι αστυνομίες, οι μυστικές υπηρεσίες κ.ο.κ. Κι ενώ γίνετε ένας πόλεμος για να καταργηθούν αυτά, από την άλλη μεριά βλέπω, οι ίδιοι άνθρωποι που θέλουν να καταργηθούν αυτοί οι έλεγχοι, να παρουσιάζουν και την τελευταία απόρρητη πτυχή της προσωπικής τους ζωής, μέσα από το ίντερνετ.
ΕΡ: Είναι πολύ αντιφατικό αυτό;
ΑΠ: Ναι ακριβώς, είναι αντιφατικό. Θα μου πείτε ότι μέσα από αντιφάσεις προχωρούν τα πράγματα, προχωρεί η κοινωνία, προχωρεί η ιστορία, αλλά τουλάχιστον να τις συνειδητοποιούμε τις αντιφάσεις ώστε να μπορούμε να τις υπερβούμε κάποια στιγμή.
ΕΡ: Διάβαζα στο βιογραφικό σας για μια πτυχή της ζωής σας που προφανώς θα σας έχει δημιουργήσει κάποια βιώματα. 1944. Καταδικάζεστε σε θάνατο από Γερμανικό κατοχικό Δικαστήριο.…
ΑΠ: Όχι δεν ήταν Δικαστήριο, ήταν μια ομάδα συνεργατών των Γερμανών με όπλα που με έπιασαν. Είχα ραντεβού με μια κοπέλα για να μου φέρει αφίσες κατά των Γερμανικών στρατευμάτων Κατοχής και να τις κολλήσουμε με συνεργείο το βράδυ, αλλά έγινε ένα λάθος. Εκείνη νόμιζε ότι το ραντεβού ήταν αργότερα, εγώ δεν έφυγα, άμα πέρασαν 10 λεπτά και την περίμενα όπως έπρεπε να κάνω…
ΕΡ: Πού έγινε αυτό;
ΑΠ: Αυτό έγινε στην Αθήνα, στους “Αέρηδες” κοντά. Στην Πλάκα, κοντά στον Πύργο των ανέμων, στη Ρωμαϊκή αγορά. Κάποιος με κατέδωσε, διότι εκείνη την εποχή κάθε βράδυ ήμουν επικεφαλής συνεργείων που γράφαμε συνθήματα στους τοίχους. Κάποιος με είχε δει και με κατέδωσε και ήρθαν αυτοί… τους είδα, έχασα την ψυχραιμία μου και έτρεξα να καταφύγω στην Εκκλησία. Γινόταν μια θρησκευτική τελετή μέσα και τρέχω στον παπά και του λέω: «Πάτερ, σώστε με, έρχονται να με σκοτώσουν». Διότι τότε σκότωναν επί τόπου. Και μου λέει ο παπάς «Παιδί μου δεν μπορώ να κάνω τίποτα». Εκείνη την ώρα μπαίνουν όλοι αυτοί, ο επικεφαλής κράταγε μια χειροβομβίδα. Μέσα στην εκκλησία ήταν και οι γυναίκες οι οποίες έψελναν.
ΕΡ: Τι εποχή ήταν;
ΑΠ: Ήταν τέλη Σεπτεμβρίου ή αρχές Οκτωβρίου, λίγες μέρες πριν από την Απελευθέρωση.
ΕΡ: Ήταν πρωί δηλαδή που λειτουργούσε η εκκλησία;
ΑΠ: Ήταν 12 το μεσημέρι. Και με βγάζουν, εγώ δεν έβγαινα. Με πιάνουν και με τραβάνε συρτό και εγώ τραβούσα το μανουάλι. Με βγάζουν από την εκκλησία, σαν σακί σερνόμενο. Με βγάζουν και με στήνουν στον τοίχο. Αρχίζουν να μου κάνουν έρευνα, εγώ είχα πολλά πράγματα παράνομα επάνω μου αλλά τα είχα καλά κρυμμένα και δεν τα βρήκαν ευτυχώς. Όταν με έβγαλαν μου λέει ο επικεφαλής: «Ήσουν τυχερός που ήταν οι γυναίκες και έψελναν, γιατί αλλιώς είχα την χειροβομβίδα και θα στην έριχνα».
ΕΡ: Έλληνας ο επικεφαλής;
ΑΠ: Ναι. Και με έστησαν στον τοίχο, με έψαξαν, με ξαναέψαξαν και μάλιστα ακούω τον διπλανό του, τον υπαρχηγό, να λέει, να του ψιθυρίζει αλλά το άκουσα (τότε άκουγα πολύ καλά) : «Δεν μου φαίνεται να είναι αυτός που μας είπανε γιατί είναι καλοντυμένος». Δεύτερο πράγμα που με έσωσε. Και ο άλλος επέμενε, «Όχι». Και αφού δεν μου βρήκαν τίποτα και άρχισαν την ανάκριση, μου λένε: «Τι έκανες εκεί;», λέω «Περιμένω μια κοπέλα να πάμε στην Ακρόπολη». Είχε ωραία λιακάδα και κοιτάει το ρολόι και είχε πάει 1 παρά 10 η ώρα, και μου λέει: «Σου δίνω 10 λεπτά. Εάν σε 10 λεπτά δεν έρθει αυτή η κοπέλα που λες, τελείωσες, σε καθαρίσαμε».
ΕΡ: Θα σας εκτελούσαν δηλαδή;
ΑΠ: Ναι. Και ήμουν στημένος στον τοίχο και ήσαν απέναντι άλλοι με τα πιστόλια, ο επικεφαλής αυτός με την χειροβομβίδα είχε και ένα αυτόματο. Και ήταν όλες οι κάννες στραμμένες απάνω μου, η ώρα πέρναγε. Στη 1 παρά δυο λεπτά βλέπω την κοπέλα με ένα ποδήλατο στην άκρη, στους “Αέρηδες” που ερχόταν. Η οποία τους βλέπει και αντί να φοβηθεί, διότι είχε και αυτό το υλικό το επικίνδυνο, να φύγει, αφήνει το ποδήλατο και έρχεται τρέχοντας κατά πάνω μου και την ώρα που τέλειωνε το 10λεπτο και θα με καθαρίζανε, με πιάνει αγκαλιά, με φιλάει.
ΕΡ: Πόσο χρονών ήσασταν τότε;
ΑΠ: Ήμουν 16,5. Τη φιλάω και εγώ για να υποκριθούμε πως είμαστε ζευγαράκι που πάει στην Ακρόπολη, οπότε ο επικεφαλής μου λέει «Άντε χάσου από μπροστά μου και μην σε ξαναδώ διότι αυτή τη φορά δεν θα γλιτώσεις». Και έτσι, χάρη στην κοπέλα αυτήν, που την ‘λέγαν Λέλα και το θυμάμαι το όνομα γιατί ήταν και το όνομα της μητέρας μου, την οποία δεν την ξαναείδα από τότε.
ΕΡ: Δεν την αναζητήσατε κάποια στιγμή;
ΑΠ: Την αναζήτησα αλλά μετά ήρθαν τα γεγονότα του Δεκέμβρη, η Βάρκιζα, η αναστάτωση, την έχασα. Και κάτι άλλο που ήθελα να σας πω, ότι δεν την έλεγα αυτή την ιστορία, γιατί φοβόμουν μην νομίζει κανείς ότι την λέω για να κάνω φιγούρα. Την είπα τυχαία σε μια ερώτηση ενός φίλου, του Αλέξανδρου Αργυρίου, που έκανε την ιστορία της νεότερης ποίησης και μου έστειλε ένα ερωτηματολόγιο που με ρώταγε: «Αντιμετωπίσατε ποτέ κινδύνους και τον θάνατο σε καταδίκη;» και του έγραψα ναι. Μετά ήρθε και με ρώτησε πως έγινε αυτό και έτσι για πρώτη φορά είπα την ιστορία, αλλιώς δεν την έλεγα γιατί ντρεπόμουν να την πω, να μην πουν ότι κάνω τον σπουδαίο.
ΕΡ: Οταν λέγατε επικίνδυνο υλικό ότι είχατε επάνω σας, δεν θα ήταν φαντάζομαι…
ΑΠ: Ήταν σημειώματα. Από την άλλη μεριά μου λένε «μα τόσο μικρός; Γιατί μετά μπήκα στον “Ελλάς” και κινδύνεψα… και λέω «μα τα παιδιά των 16 και 17 χρονών θυσιάζουν τη ζωή τους, δεν την θυσιάζουν οι ηλικιωμένοι;». Και τώρα βλέπουμε παντού πως νεαροί είναι αυτοί που πάνε και θυσιάζονται.
ΕΡ: Γι’ αυτά τα νέα παιδιά, που τα βλέπουμε καμιά φορά στους δρόμους και ορισμένα μάλιστα πετάνε και μολότοφ, σπάνε βιτρίνες και εκφράζουν την οργή τους με ένα τρόπο που μας ενοχλεί εμάς τους παλιότερους ορισμένες φορές, τι έχετε να πείτε;
ΑΠ: Έχω να πω ότι από την μια μεριά είναι συνεπή σε αυτά που πιστεύουν και από αυτήν την άποψη προτιμώ αυτούς από αυτούς που τα λένε από την ευκολία του σπιτιού ή του γραφείου και δεν κάνουν τίποτα. Αυτοί οι άνθρωποι παίρνουν το ρίσκο. Από την άλλη μεριά όμως το αποτέλεσμα αυτών των ενεργειών το θεωρώ πολύ αρνητικό.
ΕΡ: Έχει θέση σε μια εποχή σαν τη σημερινή που ζούμε αυτό το φαινόμενο;
ΑΠ: Μπορούμε όλοι να μην το θεωρήσουμε θετικό. Από την άλλη μεριά, όταν συμβαίνει κάτι, σημαίνει ότι έχει θέση, προκύπτει από τα πράγματα δεν μπορούμε να το αρνηθούμε. Διότι όλη την κοινωνική δυσφορία που αισθάνονται, την εκφράζουν με πράξεις βίας. Το καταλαβαίνω στους νέους, γιατί κ’ εγώ σ’ εκείνη την ηλικία είχα αποθεώσει την βία και χρειάστηκαν να περάσουν χρόνια για να καταλάβω ότι η βία μπορεί να είναι αναπόφευκτη αλλά είναι πάντα αρνητική. Για αυτό δεν μπορείς να πείσεις κανέναν, εάν ο ίδιος δεν δει τις συνέπειες των πράξεων του. Όσο καταλαβαίνω ότι αυτοί οι άνθρωποι είναι δικαιωμένοι από τον εαυτό τους και κάνουν αυτά που πιστεύουν και δεν το κρύβουν, άλλο τόσο αδικαίωτοι πιστεύω ότι είναι οι ηλικιωμένοι που παριστάνουν τους νέους και λένε τα ίδια πράγματα, χωρίς να τα κάνουν όμως.
ΕΡ: Να μιλήσουμε για την ποίησή σας. Έχετε γράψει πολλά. Τα περισσότερα, όσα μπορούμε εμείς να προσεγγίσουμε με τις φτωχές μας γνώσεις, υμνούν την ζωή, υμνούν τον έρωτα, υμνούν τις ανθρώπινες σχέσεις και έχουν ένα πολύ βαθύ στοχασμό. Μπορώ να σας ρωτήσω, ποιές είναι οι πιο σημαντικές πηγές έμπνευσης τόσα χρόνια στο έργο σας;
ΑΠ: Βασικά είναι δύο. Η μία είναι η συμμετοχή στα πράγματα αλλά μαζί και η παρατήρηση των πραγμάτων και η παρατήρηση της ίδιας σου της συμμετοχής. Το άλλο είναι η κριτική εποπτεία του ίδιου του γραπτού που κάνεις, δηλαδή το να μπορείς να ξαναβλέπεις αυτό που έγραψες για να πειστείς ότι τελικά έφτασες σε μια ισορροπημένη έκφραση ακόμα και αν αυτή η έκφραση εκφράζει ψυχολογικές ή κοινωνικές ανισότητες και ανισορροπίες.
ΕΡ: Είστε από τους ποιητές εκείνους που ένα κείμενό σας, ένα στίχο, μια σκέψη σας, την γράφετε, την ξαναγράφετε … όπως έκανε ο Σολωμός; Ο Σολωμός εάν παρατηρήσουμε τα χειρόγραφά του, έχουν παντού μουτζούρες και διορθώσεις…
ΑΠ: Λοιπόν, αυτό το κάνω από πάντα σχεδόν και μετά το είδα να το συνιστά ο Μαγιακόφσκι σ’ ένα κείμενό του που το είχα μεταφράσει και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Η επιθεώρηση τέχνης», ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο του Μαγιακόφσκι με το τίτλο «Πως γράφονται οι στίχοι». Εκεί το λέει αυτό, ότι πάντα πρέπει να έχεις ένα σημειωματάριο επάνω σου και να σημειώνεις την οποιαδήποτε σκέψη, το οποιοδήποτε συναίσθημα, την οποιαδήποτε παρατήρηση που κάνεις. Και μετά αυτό το υλικό, το ξαναδουλεύεις. Έχω εκατοντάδες τέτοια σημειωματάρια.
ΕΡ: Ανατρέχετε συχνά σ’ αυτά;
ΑΠ: Το βιβλίο αυτό που έβγαλα τελευταία «Ο πειρασμός της νοσταλγίας», προέρχεται από αυτά τα σημειωματάρια, από τα οποία ο φίλος μου ο Θανάσης Νιάρχος που έγραψε μια κριτική, τα μέτρησε και είπε ότι είναι 480. Του είπα κι εγώ όταν ειδωθήκαμε μετά, «Και να ξέρεις άλλα 280 δεν τα έβαλα, τα αφαίρεσα!». Γιατί πρέπει να ξέρεις να αφαιρείς, είναι το πιο δύσκολο. Το πιο εύκολο είναι να προσθέτεις γραπτά.
ΕΡ: Εάν θυμάμαι καλά, είναι η τρίτη φορά που έρχεστε στη Ζάκυνθο;
ΑΠ: Στην “Κρύπτη” ναι, για το φίλο μου τον Διονύση Παπαδάτο, αλλά έχω έρθει και άλλες φορές. Πρωτοήρθα στη Ζάκυνθο τον Νοέμβριο του 1966, τότε διεύθυνα μια έρευνα στο Κέντρο Κοινωνικών Επιστημών για την εγκληματικότητα των ανηλίκων σε σχέση με την οικονομική ανάπτυξη και γύρναγα τα διάφορα Πρωτοδικεία της Ελλάδας που είχαν και Δικαστήρια Ανηλίκων και αποδελτίωνα τις αποφάσεις για ανηλίκους. Έτσι ήρθα και στη Ζάκυνθο, για δουλειά, αλλά βρήκα και την ευκαιρία να την περιηγηθώ, να δω τα μέρη που έγραφε ο Σολωμός και μου έμεινε μια πάρα πολύ ωραία ανάμνηση. Μετά ξαναήρθα με την πρόσκληση του Διονύση. Πριν έρθω στο νησί, ήδη γνώριζα πολλά για την Ζάκυνθο, χάρη στον πολύ αγαπητό και πολύ σημαντικό φίλο, πολύ πρεσβύτερό μου, τον Ζακύνθιο Πορφύρη Κονίδη. Ο οποίος ήταν και ο αρχισυντάκτης του περιοδικού της τέχνης, με τον οποίο είχα συνδεθεί πάρα πολύ και ο οποίος μας μιλούσε πάρα πολύ για την Ζάκυνθο. Έτσι οι πρώτες, όχι από ανάγνωση αλλά από κατευθείαν αφήγηση, γνώσεις που είχα για την Ζάκυνθο, ήταν από τον Πορφύρη Κονίδη.
ΕΡ: Πολύ σημαντική προσωπικότητα για τα Ζακυνθινά γράμματα και ο ρόλος που διαδραμάτισε στον τύπο της Αθήνας, επίσης εξαιρετικός.
ΑΠ: Νομίζω ότι ήταν ένα πρόσωπο για όλη την Ελλάδα σημαντικό με πολύ υψηλό ήθος, ευγένεια και ευφυΐα.
ΕΡ: Μετά και από την τελευταία σας επίσκεψη στο νησί μας, τι αποκομίζετε από τους ανθρώπους και την κοινωνία;
ΑΠ: Να μην λέω πράγματα που μπορεί να φανούν φιλοφρονήσεις, αλλά πραγματικά αυτό που μου κάνει εντύπωση είναι το ενδιαφέρον που έχουν οι άνθρωποι και οι νέοι, η δεκτικότητα και η φιλοξενία τους και από την άλλη μεριά οι θαυμάσιες παραλίες και η υπέροχη φύση του νησιού. Επειδή τα τελευταία χρόνια έχω πολλές φιλίες στην Ιταλία και πάω συχνά, μου κάνει εντύπωση πόσο οι Ιταλοί θέλουν να επισκεφθούν την Ζάκυνθο, την οποία την γνωρίζουν πριν απ’ όλα από τα ποιήματα του Φώσκολου.
ΕΡ: Εμείς εδώ κάνουμε πολλά για τη μνήμη του Ούγου Φώσκολου. Θεωρούμε ότι είναι ένας Ζακυνθινός ποιητής. Ο πατέρας του ήταν ιταλικής καταγωγής, η μητέρα του ήταν ζακυνθινιά δηλαδή ελληνίδα. Αγάπησε τον τόπο που γεννήθηκε και μέχρι τις τελευταίες ώρες της ζωής του επιθυμούσε διακαώς να επιστρέψει στη Ζάκυνθο και να ταφεί εδώ. Βεβαίως είναι μια προσωπικότητα της Ευρώπης ο Φώσκολος, μια οικουμενική προσωπικότητα και συνάμα ένας από τους εθνικούς ποιητές της Ιταλίας…
ΑΠ: Και ταυτοχρόνως ένας υμνητής της Ζακύνθου που κάνει τους αναγνώστες σήμερα να λένε «Αχ να γνωρίσουμε αυτό το νησί για το οποίο μας μιλάει ο Φώσκολος».
Εδώ τελείωσε η ραδιοφωνική συζήτηση.
΄Ηταν στην Πόλη τη Ζακύνθου το Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2012, λίγο πριν αναχωρήσει ο Τίτος Πατρίκιος από τη Ζάκυνθο.
Στην Α/Μ φωτογραφία ο Τίτος Πατρίκιος στα γραφεία του ΕΡΜΗ στη Ζάκυνθο. Δεξιά του ο Διονύσης Παπαδάτος και αριστερά του ο Φίλιππος Συνετός.