Διανύουμε την τελευταία εβδομάδα της Αποκριάς. Περπατώντας στους δρόμους των πόλεων που γιορτάζουν το καρναβάλι, όπως η Πάτρα και η Ζάκυνθος, συναντάμε στους δρόμους την χαρακτηριστική φιγούρα του Μπάστακα και άλλων πολύχρωμων χαρακτήρων που σκορπούν το κέφι και πολλοί μεταμφιεστήκαμε ως παιδιά, αλλά και ενήλικες.
Οι σύγχρονες καρναβαλικές εκδηλώσεις με μεταμφιέσεις, χορούς, τραγούδια και διασκέδαση για πολλούς έχουν τις ρίζες τους αρχαίες Διονυσιακές γιορτές, αλλά και στο βενετσιάνικο καρναβάλι που οι πληροφορίες για την εμφάνισή του φτάνουν στον 11ο με 12ο αιώνα.
Στη νεότερη Ελλάδα, ο πρώτος αποκριάτικος χορός δόθηκε το 1829 στο σπίτι του εμπόρου Μωρέττη στην Πάτρα με καλεσμένους Γάλλους αξιωματικούς και Έλληνες που ανήκαν στη νέα αστική τάξη που διαμορφωνόταν στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος. Δυο χρόνια αργότερα, το 1831 επαναλήφθηκε ένας παρόμοιος χορός προς τιμήν του πρώτου Κυβερνήτη, Ιωάννη Καποδίστρια. Είχαν προσκληθεί Έλληνες και ξένοι. Δεν έλειψαν βέβαια τα ευτράπελα, όταν μετά τους ελληνικούς χορούς, τσάμικα και καλαματιανά, ακολούθησαν οι ευρωπαϊκοί χοροί με τη συμμετοχή γυναικών με εντυπωσιακά φορέματα και εντυπωσιακές χορευτικές φιγούρες , όπως απαιτούσε η Πόλκα, ένας ζωηρός και χαρούμενος χορός από την Κεντρική Ευρώπη που ήταν της μόδας στα ευρωπαϊκά σαλόνια.
Το ζακυνθινό καρναβάλι έχει την προέλευσή του στην Ενετοκρατία των Εφτανήσων και συνδύασε τις ενετικές παραδόσεις, στοιχεία από την Κομέντια ντελ άρτε με τις Ομιλίες και τοπικά λαϊκά έθιμα. Παλαιότερα, ξεκινούσαν να κυκλοφορούν με μάσκες μετά του Αγιαννιού, στις 7 Ιανουαρίου. Αυτό εξασφάλιζε μεγαλύτερη ευκολία κυκλοφορίας, κυρίως στις γυναίκες όλων των κοινωνικών τάξεων, αλλά καταργήθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα.
Το σύγχρονο ζακυνθινό καρναβάλι έχει διαμορφώσει τα δικά του χαρακτηριστικά με βασικές θεματικές το Βενετσιάνικο Γάμο, τις Ομιλίες, την Γκιόστρα, το Πόβερο και το Πίκολο καρναβάλι, την κηδεία της Μάσκας και άλλες με τις οποίες διατηρεί το δικό του χρώμα.
Η σύγχρονη πραγματικότητα δίνει πάντα και νέες θεματικές, ευκαιρίες για σάτιρα προσώπων και καταστάσεων. Εδώ, όμως θα περιοριστώ στην παρουσίαση των παραδοσιακών ηρώων του καρναβαλιού, δηλαδή τις μόνιμες φιγούρες που συναντάμε σε κάθε καρναβάλι, όπως ανέφερα στην αρχή. Οι φιγούρες αυτές προέρχονται από γεγονότα που έμειναν στη μνήμη, μύθους, δρώμενα, το θέατρο αυτοσχεδιασμού, γνωστό ως Κομέντια ντελ άρτε, τα παραμύθια και από αλληλεπίδραση.
Ο Μπάστακας είναι η πρώτη φιγούρα που εμφανίζεται στις γωνίες, στους δρόμους και στις πλατείες σηματοδοτώντας την έναρξη του καρναβαλιού. Η λέξη μπάστακας με ετυμολογική ρίζα τουρκική σημαίνει κυρίως αυτόν που στέκεται όρθιος, ασάλευτος, φρουρός, ενοχλητικός πολλές φορές εμποδίζοντας το πέρασμα. Στο καρναβάλι έχει το ρόλο του φρουρού και αυτού που επιβλέπει τα πάντα, χωρίς να θεωρείται ενοχλητικός. Αντίθετα, διασκεδάζει υποθετικά το πλήθος παίζοντας μουσική, τοποθετημένος σε καίρια σημεία σαν αληθινός Μπάστακας. Η στολή του παραπέμπει στο Μεσαίωνα, αλλά καθορίζεται και από τη φαντασία του δημιουργού που επιδιώκει την διακωμώδηση, δίνοντας της μέγεθος, ποικιλία και πολυχρωμία.
Αγαπημένη φιγούρα μικρών και μεγάλων είναι ο Αρλεκίνος. Το όνομά του σημαίνει διαβολάκος που καθορίζει και το χαρακτήρα του ως πονηρό, πανούργο, ευκίνητο, έξυπνο και καταφερτζή. Προέρχεται από την Γαλλία και Ιταλία και πρόγονοί του θεωρούνται οι ζαβολιάρηδες διάβολοι των μεσαιωνικών μυστηρίων. Από εκεί μετατρέπεται σε υπηρέτη πολλών αφεντάδων της Κομέντια ντελ άρτε, του Πανταλόνε, του Ντοτόρε και του Καπιτάνο. Η στολή του αρχικά ήταν πολύχρωμη από τα μπαλώματα. Στη συνέχεια καθιερώθηκε η χαρακτηριστική στολή με τους πολύχρωμους ρόμβους.
Στις αποκριάτικες εκδηλώσεις φοράει μάσκα κάνοντας ακροβατικά νούμερα και παντομίμες. Μερικές φορές παρουσιάζεται και λίγο αφελής, δίνοντας περιθώρια στον Πιερότο να εμφανιστεί και να διεκδικήσει την καρδιά της αγαπημένης του Κολομπίνας. Ποιος θα την κερδίσει;
Η καρναβαλική παρέλαση συνεχίζεται. Ο Αρλεκίνος, η κλασική φιγούρα του καρναβαλιού που προηγήθηκε, με την αφέλειά του θέτει σε κίνδυνο τον έρωτά του για την Κολομπίνα. Οι διεκδικητές είναι πολλοί, και άλλοι υπηρέτες, όπως ο Πιερότος και τα εκάστοτε αφεντικά του, ο Πανταλόνε, ο Ντοτόρε και ο Καπιτάνο. Στο τέλος όμως πάντα καταφέρνει να κατακτήσει την καρδιά της Κολομπίνας και να κερδίσει την αγάπη της.
Η Κολομπίνα είναι και αυτή κλασσική φιγούρα του καρναβαλιού. Το δικό της όνομα είναι χαϊδευτικό και σημαίνει «περιστεράκι» και προέρχεται από την ιταλική λέξη Colomba το περιστέρι. Προέρχεται και αυτή από την Κομέντια ντελ άρτε και έχει την ίδια πορεία και καταγωγή με τον Αρλεκίνο. Παίζει το ρόλο της όμορφης νεαρής υπηρέτριας ή μαγείρισσας. Είναι ζωηρή, έξυπνη, σαγηνευτική. Ο τύπος της, εκτός από το καρναβάλι, έχει μεταφερθεί στο θέατρο και στο μπαλέτο. Η στολή της είναι μεσαιωνική, με ζωηρά χρώματα και κάποιες φορές προκλητική. Δεν φορά μάσκα, αλλά έχει προστεθεί στην καρναβαλική της φιγούρα, που επιβιώνει, έως και σήμερα.
Ο Πιερότος, είναι και αυτός κλασική φιγούρα του ιταλικού θεάτρου και της Κομέντια ντελ άρτε, αργότερα στη Γαλλία από τον 16ο αιώνα, αλλά και του καρναβαλιού. Το όνομά του είναι το χαϊδευτικό γαλλικού ονόματος Πιερ. Είναι ο κλόουν με τα χαρακτηριστικά φαρδιά ρούχα, μεγάλα κουμπιά και κολάρο. Το πρόσωπό του βαμμένο λευκό, παλιότερα με αλεύρι και ένα δάκρυ ζωγραφισμένο. Θεωρείται ότι είναι η άλλη, μελαγχολική πλευρά του καλλιτέχνη. Συμβολίζει την αθωότητα και την καλοσύνη, επειδή όμως είναι αγαθός και ρομαντικός, πάντα χάνει και δεν πρόκειται να κερδίσει την Κολομπίνα, την αγαπημένη του παραμένοντας ο θλιμμένος κλόουν, ο αιώνιος αντίζηλος του Αρλεκίνου.
Στους αποκριάτικους χορούς δεν λείπουν ποτέ τα Ντόμινο. Παλιότερα, έδινε την ευκαιρία στις γυναίκες για έξοδο και διασκέδαση. Είναι μια καρναβαλική μεταμφίεση που έχει τις ρίζες της στη Βενετία του 17ου και 18ου αιώνα. Αποτελείται από ένα φαρδύ μανδύα με κουκούλα, συνήθως σε μαύρο χρώμα και μάσκα που καλύπτει όλο το πρόσωπο. Σκοπό έχει την αδυναμία αναγνώρισης από τα σωματικά χαρακτηριστικά και δίνει την ελευθερία της κίνησης και πέρα από τα επιτρεπτά κοινωνικά όρια. Η ονομασία πιθανόν προέρχεται από το μαύρο ρούχο των ιερέων της καθολικής εκκλησίας με το ίδιο όνομα.
Οι φιγούρες του καρναβαλιού είναι πολυάριθμες, γιατί κάθε περιοχή, πόλη, χώρα προσθέτει πρόσωπα, αναβιώνει μύθους, σατιρίζει το παρόν. Για τα παιδιά ζωντανεύουν οι ήρωες των παραμυθιών, οι ιππότες, οι πειρατές, οι πρίγκιπες, οι πριγκίπισσες, οι μάγισσες, τα ζώα. Οι κλασικοί ήρωες παραμένουν ίδιοι. Αυτός που κάθε χρονιά σχεδόν αλλάζει πρόσωπο είναι ο βασιλιάς Καρνάβαλος. Διατηρεί το τεράστιο μέγεθος που επιβεβαιώνει την βραχύβια εξουσία του και ηγείται της παρέλασης. Συμβολίζει κάποιο πρόσωπο του παρόντος από την πολιτική ή άλλο χώρο που προκάλεσε την κοινή γνώμη. Στο τέλος με την κηδεία και την καύση του έρχεται η κάθαρση, όπως με τα μυστήρια στην αρχαιότητα, που με ανάλογες τελετές έδιωχναν τα κακά πνεύματα και προετοιμάζονταν για την ανανέωση της φύσης, τον ερχομό της Άνοιξης.
Αποκριά σημαίνει διασκέδαση, χορός, μεταμφίεση. Μια ευκαιρία να ξεφύγουμε από τα δεσμά του προσώπου και της ταυτότητας και με τη βοήθεια της μάσκας και της στολής να υποδυθούμε έναν άλλον εαυτό που θα θέλαμε να είμαστε ή μάς απελευθερώνει. Προεκτείνοντας τον συλλογισμό, αξίζει να μην ξεχνάμε ότι η χρήση της μάσκας, του προσωπείου είναι μια τακτική καθημερινή για πολλούς για να κρύψουν τις αδυναμίες τους, να παραπλανήσουν, να εκμεταλλευτούν, να γίνουν αποδεκτοί. Ο Κ.Π. Καβάφης στο ποίημα «Αιμιλιανός Μονάη, Αλεξανδρεύς 628-655 μ.Χ.» με τη χαρακτηριστική ειρωνεία του επισημαίνει ότι είμαστε τόσο πρόσκαιροι και το ψέμα, η υποκρισία και το προσωπείο δεν κρατά πολύ, καταρρέει σαν την κυριαρχία του βασιλιά Καρνάβαλου.
«Με λόγια, με φυσιογνωμία, και με τρόπους/
μια εξαίρετη θα κάμω πανοπλία/
και θ’ αντικρύζω έτσι τους κακούς ανθρώπους/
χωρίς να έχω φόβο ή αδυναμία./ /
Θα θέλουν να με βλάψουν. Αλλά δεν θα ξέρει/
κανείς απ’ όσους θα με πλησιάζουν/πού κείνται οι πληγές μου, τα τρωτά μου μέρη,/
κάτω από τα ψεύδη που θα με σκεπάζουν/ /
Ρήματα της καυχήσεως του Αιμιλιανού Μονάη./
Άραγε νάκαμε ποτέ την πανοπλία αυτή;/
Εν πάση περιπτώσει, δεν την εφόρεσε πολύ./
Είκοσι επτά χρονώ, στη Σικελία πέθανε».
ΜΑΡΙΑ ΔΡΟΓΓΙΤΗ