Η έντονη σεισμική δραστηριότητα των τελευταίων ημερών ανέδειξε και πάλι την ανησυχία των κατοίκων για τις επιπτώσεις που μπορεί να υπάρξουν από τις έρευνες για υδρογονάνθρακες στην περιοχή του Ιονίου.
Τον προβληματισμό αυτό σχολίασε μιλώντας στο ραδιόφωνο του –Ε- ο Διευθυντής του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου Άκης Τσελέντης, ο οποίος κατά το παρελθόν είχε εκφράζει εντονότατες επιφυλάξεις για αυτή τη δραστηριότητα.
«Όταν λέω κάτι μετά δεν το αναιρώ. Χαίρομαι που με την ανάρτησή μου αυτή ‘επέβαλα’ το να ληφθούν κάποια μέτρα προστασίας και σε αυτή την κατεύθυνση συμφώνησε μαζί μου και ο Περιφερειάρχης. Αυτοί οι κύριοι δεν μπορούν να τρυπάνε χωρίς κανένα μέτρο προστασίας.. Οφείλουν να ελέγξουν αν οι γεωτρήσεις θα γίνουν κοντά σε δέσμη σεισμογόνων ρηγμάτων. Επίσης πρέπει να γίνει αντιληπτό πως όπου γίνονται γεωτρήσεις δημιουργείται μια επαγόμενη σεισμικότητα. Δεν μιλάμε για μεγάλους σεισμούς των 6 ή 5 Ρίχτερ, αλλά μικροσεισμούς. Τους μικροσεισμούς όμως αυτούς οφείλουμε να τους παρακολουθούμε καθώς υπάρχει περίπτωση μετατόπισή τους και να ενεργοποιήσουν κάποιο ρήγμα. Πρέπει να υπάρχει συνεχής παρακολούθηση αυτών των μικροσεισμών στο χώρο και το χρόνο» τόνισε ο κ. Τσελέντης.
Υποστήριξε δε πως ο ίδιος δε θα «ρίσκαρε» ποτέ τις ομορφιές των Ιονίων για λίγα βαρέλια πετρέλαιο, από τα οποία ελάχιστα θα κερδίσει η Χώρα.
«Ήμουν αντίθετος από την πρώτη στιγμή, αλλά αν είναι να το κάνουμε, ας το κάνουμε σωστά» δήλωσε.
Αξίζει τέλος να σημειωθεί πως από την οικολογική οργάνωση WWF βρίσκεται εδώ και αρκετό διάστημα σε εξέλιξη μια διαδικτυακή καμπάνια μέσω της οποίας συγκεντρώνονται υπογραφές για την αποτροπή των εξορύξεων. Το WWF εκφράζει την έντονη αντίθεσή του γύρω από το θέμα της παραχώρησης θαλάσσιων και χερσαίων οικοπέδων σε πετρελαϊκές εταιρείες για την έρευνα και εξόρυξη πετρελαίου και φυσικού αερίου (υδρογονανθράκων) στη χώρα μας και σε ανακοίνωσή της η Περιβαλλοντική Οργάνωση, υπογραμμίζει πως η περιοχή που θα έχει αλλά και πρόκειται να παραχωρηθεί, ισοδυναμεί με το 30% της ηπειρωτικής Ελλάδας, καλύπτει σχεδόν το σύνολο του Ιονίου Πελάγους και φτάνει ως τα δυτικά και νοτιοδυτικά της Κρήτης, περιλαμβάνοντας επομένως και την Ελληνική Τάφρο που χαρακτηρίζεται από πολύ μεγάλα βάθη σε πολύ μικρή απόσταση από την ακτή.
«Η Ελληνική Τάφρος αποτελεί σπίτι για δεκάδες παγκοσμίως σπάνια είδη που βρίσκονται υπό καθεστώς προστασίας, όπως είναι οι φάλαινες (πτεροφάλαινες), τα κητώδη (φυσητήρες, ζιφιοί), τα δελφίνια (ρινοδέλφινα, σταχτοδέλφινα, ζωνοδέλφινα), οι θαλάσσιες χελώνες και οι μεσογειακές φώκιες. Οποιαδήποτε ερευνητική ή εξορυκτική δραστηριότητα στην ανοιχτή θάλασσα και σε βάθη χιλιάδων μέτρων απειλεί όχι μόνο αυτά τα μοναδικά είδη που ζουν στην περιοχή, αλλά και τις παράκτιες κοινότητες, την εθνική οικονομία και κατ’ επέκταση, το μέλλον της χώρας μας. Επιπλέον, ο κίνδυνος ρύπανσης από μία πετρελαιοκηλίδα είναι ιδιαίτερα μεγάλος όταν οι εργασίες έρευνας και εξόρυξης πραγματοποιούνται σε μεγάλα βάθη και κάτι τέτοιο θα είχε καταστροφικές και μη αναστρέψιμες περιβαλλοντικές, κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις. Με το ρίσκο ενός ατυχήματος να είναι άγνωστο, οι εργασίες έρευνας και εξόρυξης πετρελαίου και φυσικού αερίου απειλούν και τον τουρισμό, ιδιαίτερα στην περίπτωση που οι περιοχές, στις οποίες προγραμματίζονται τέτοιου είδους εργασίες, βασίζονται οικονομικά κυρίως στην τουριστική δραστηριότητα. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του ΣΕΤΕ για το 2017, για τις περιοχές των νησιών του Ιονίου, της Δυτικής Ελλάδας και της Κρήτης οι επισκέψεις άγγιξαν τις 8,5 εκατ., ενώ οι εισπράξεις από τον τουρισμό ξεπεράσαν τα 5 δις €. Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, το 14% του πληθυσμού (72.800 πολίτες) των συγκεκριμένων περιοχών απασχολείται επαγγελματικά στην αγορά τουρισμού» αναφέρει στην ανακοίνωση του το WWF.
ΤΗΣ ΜΑΡΙΛΕΝΑΣ ΠΑΠΑΔΑΤΟΥ