ΝΙΚΟΣ Κ. ΚΟΥΡΚΟΥΜΕΛΗΣ
Η επτανησιακή ταυτότητα: καταγωγικός μύθος ή εθνοτικός δείκτης; 09-02-2017 10:31:00

Όταν αναφερόμαστε στην «ταυτότητα», καθορίζουμε το εργαλείο μέσω του οποίου ομάδες ή άτομα αυτοπροσδιορίζονται. Αν μάλιστα ειδικεύουμε και στην «εθνική ταυτότητα», τότε παραθέτουμε τα «εθνικά» χαρακτηριστικά με τα οποία  αυτοκαθορίζονται. Όμως οι εθνικές ταυτότητες, ως νοητικές κατασκευές δεν αποτελούν σταθερά και αμετάβλητα στοιχεία και διαμορφώνονται σταδιακά σύμφωνα με τις εκάστοτε κοινωνικές, οικονομικές, πολιτισμικές και ιστορικές συνθήκες. Άρα πρόκειται για ένα φαινόμενο το οποίο μπορεί να ενεργοποιηθεί, εάν ευαισθητοποιηθούν κάποιοι μηχανισμοί του, γεγονός επιβεβαιωμένο καθώς χρησιμοποιήθηκε από διάφορα κέντρα, που κατά καιρούς «τακτοποιούν» κατά τα συμφέροντά τους τον  πολιτικό χάρτη, διαλύοντας κράτη ή ομοσπονδίες κρατών και δημιουργώντας άλλα μικρότερα και συνεπώς ασθενέστερα.

Εθνικότητα σύμφωνα με τον ορισμό του λεξικού της γαλλικής Ακαδημίας είναι «η κατάσταση ενός συνόλου ανθρώπων που, λόγω κοινής προέλευσης, παραδόσεων και συμφερόντων, συγκροτούν πράγματι, ή αποβλέπουν να συγκροτήσουν, ένα έθνος ξεχωριστό από τα άλλα»2.  Ενώ κατά τους Peoples και Bailey τα δύο εργαλεία που συνήθως χρησιμοποιεί η  κοινωνική ανθρωπολογία για τον ορισμό μιας εθνοτικής ομάδας είναι η ύπαρξη  καταγωγικού μύθου και δεικτών εθνοτικού διαχωρισμού3. Ο καταγωγικός μύθος αναφέρεται στις κοινές ιστορικές εμπειρίες που ενώνουν την ομάδα και τη διαχωρίζουν από τις υπόλοιπες. Ονομάζεται μύθος όχι γιατί αναφέρεται σε μη πραγματικά γεγονότα, αλλά επειδή γίνεται επιλεκτική μεταχείριση των ιστορικών γεγονότων για να χρησιμεύσουν ως βάση για την κοινή ταυτότητα των μελών της ομάδας και την ξεχωριστή ύπαρξή της, δίνοντάς τους μία αίσθηση διαφορετικότητας και, συχνά, ανωτερότητας. Θέματα και έννοιες του μύθου καταγωγής κάθε εθνοτικής ομάδας βρίσκονται ενσωματωμένα στην κουλτούρα των μελών της που τον αφομοιώνουν ασυνείδητα. Οι δείκτες εθνοτικού διαχωρισμού είναι ο τρόπος με τον οποίο μια εθνοτική ομάδα καθορίζει τα μέλη της. Χρησιμεύουν όχι μόνο για την αναγνώριση των μελών μιας ομάδας μεταξύ τους, αλλά και
για τη δήλωση της διαφοράς από όσους δεν είναι μέλη της. Ως τέτοιος δείκτης μπορεί να χρησιμοποιείται η γλώσσα, η εκφορά του λόγου και η ιδιαίτερη χροιά του,  η θρησκεία, η αυτογνωσία,  τα φυσικά χαρακτηριστικά ή παλαιότερα κάποια εξωτερικά δείγματα όπως  η ενδυμασία, η κόμμωση, ο καλλωπισμός, οι στάσεις του σώματος, οι χειρονομίες4.

Βάσει λοιπόν των παραπάνω στα πλαίσια της σημερινής μας συνάντησης, προέχει να απαντήσουμε στο ερώτημα εάν στους Επτανήσιους διακρίνονται κάποια στοιχεία που τους διαφοροποιούν από την υπόλοιπη εθνική ελληνική ομάδα και συνιστούν την όποια επτανησιακή ταυτότητα του τίτλου. Με την επιφύλαξη:  εκτός εάν με όλα αυτά «σκιαγραφείται  μια ανώδυνη γραφική τοπικότητα» (για να χρησιμοποιήσω μιαν έκφραση του Δημήτρη Αρβανιτάκη)5  καθώς όλα τα ερωτήματα έχουν από καιρό απαντηθεί, οπότε η σημερινή συζήτηση δεν αποτελεί τίποτε άλλο από μια υπόθεση εργασίας στα πλαίσια του εορτασμού των γενεθλίων του αρχαιότερου ελληνικού πνευματικού ιδρύματος και ένα καλό λόγο για να συζητηθούν άλλα θέματα, που επίσης μας απασχολούν, όπως τα προβλήματα που παρουσιάζονται στο πεδίο του πολιτισμού και της κοινωνικής ζωής, με τα υφιστάμενα δεδομένα.


Αλλά ας δούμε τις προϋποθέσεις με τη σειρά:


Οι κάτοικοι των νησιών του Ιονίου, όπως λίγο ή πολύ και οι υπόλοιποι της βενετικής Ανατολής, μετά την απόσχισή τους από την βυζαντινή αυτοκρατορία και την υπαγωγή τους σε άλλες δυτικές διοικήσεις, διαφοροποίησαν κάποιες παραμέτρους της κοινωνικής στην αρχή και στη συνέχεια της  πολιτισμικής ζωής6. Παράλληλα οι συνεχείς πιέσεις που άσκησε η καθολική εκκλησία, ιδιαίτερα με την κατάργηση των ορθοδόξων επισκοπικών θρόνων, την ανάγκασαν να  διαφοροποιηθεί και σε κάποια σημεία του λατρευτικού τυπικού για να προσεγγίσει το δόγμα των κυριάρχων,  με αποτέλεσμα πολλές νεότερες προσεγγίσεις ερευνητών να μη κατανοούν την δυναμική της Ορθοδοξίας στην περιοχή  και να συμπεραίνουν, αγνοώντας και αυτό το  φαινόμενο της μετάβασης από τον Καθολικισμό στην Ορθοδοξία (που θα προσδιορισθεί ως επιστροφή, όταν στα 1848 προκληθεί ο μεγάλος θεολογικός  διάλογος εξ αιτίας της επιστολής του πάπα Πίου Θ προς τους Ανατολικούς In Suprema Petri Apostoli Sede).

Άλλο μεγάλο πρόβλημα δημιουργήθηκε στα νησιά από τη  χρησιμοποίηση από τους αστικούς πληθυσμούς, με κορύφωση  το τέλος της βενετικής περιόδου, μιας κατεστραμμένης από τους ιδιωματισμούς και τους ξενισμούς ελληνικής γλώσσας7. Το γεγονός αυτό επέτρεψε στον μεν Κοραή να φοβάται ότι αν διαρκούσε άλλα εκατό χρόνια η βενετική διοίκηση θα ξεχνιόντουσαν τα ελληνικά με αποτέλεσμα να ενθαρρύνει τον Στέλιο Δώρια – Προσαλέντη: «από εσάς η Ελλάς όλη προσμένει και τα σχολεία της αρχαίας ελληνικής γλώσσης να πολλαπλασιάσετε και την οποίαν κοινώς λαλείτε να καθαρίσετε από τας ξένας λέξεις…»8 καθώς «η ελληνική γλώσσα αποτελούσε «την μόνη σχεδόν μαρτυρία και απόδειξη της ευγενείας ημών» και σε άλλους όπως έχει υποδείξει ο Αρβανιτάκης9 να μιλάνε για «την αποκήρυξη των ιταλών προγόνων». Σημειώνεται ότι η χρήση της ιταλικής από μερίδα κατοίκων, υπήρξε στη συνέχεια ο ιδεολογικός πυρήνας και ο μοχλός πίεσης της ιταλικής προπαγάνδας και της δημιουργίας του ιταλικού φασιστικού προτεκτοράτου 1941-43.

Βεβαίως η χρήση μιας ιδιωματικής ιταλικής γλώσσας10  εμφανιζόταν στις αστικές περιοχές γιατί, όπως παρατηρεί ο Γκίλφορντ στο υπόμνημα προς την Γερουσία το 1826, τα ιταλικά πολύ λίγο γίνονταν κατανοητά έξω από τα τείχη11 γεγονός που επιβεβαιώνεται από τον Μουστοξύδη στο Promemoria το 1839: «ο χωρικός που φτάνει στην πόλη, ψάχνει την ονομασία των δρόμων αλλά οι πινακίδες δεν χρησιμεύουν παρά για να δείξουν τους δρόμους στους Σικελούς και στους Μαλτέζους. Ο λαός είναι ελληνικός, η γλώσσα του είναι   ελληνική. Η γλώσσα των πατέρων του, η γλώσσα των αισθημάτων του…»12.

Μη ξεχνάμε ότι νησίδες γλωσσικής αντίστασης στα ιταλικά και τα λατινικά απετέλεσαν τα κείμενα των ιερογραμματειών των ορθοδόξων επισκόπων και πρωτοπαπάδων και της κηρυγματικής ρητορικής, όπου βεβαίως το «Κυριακοδρόμιο» του Ηλία Μηνιάτη κατέχει πρωτεύουσα θέση, όπως άλλωστε και η «Ιερά Κατήχησις»  του Νικόλαου Βούλγαρι, που συνέβαλε καθοριστικά στον θεολογικό εξοπλισμό κληρικών και λαϊκών καθώς επίσης τα ιδιωτικά σχολεία στα οποία άλλες φορές συστηματικά και άλλες αποσπασματικά διδάσκονταν η ελληνική ανάγνωση και γραφή.

Στην αναφορά της εισηγητικής επιτροπής του Συντάγματος  1803 (που σχολίασε ο Μεταξάς)13 υφίσταται επτανησιακή εθνότητα ως σύνολο επτά διαφορετικών πληθυσμών (επτά λαοί) από τη φύση διαιρεμένων  με κοινό σημείο αναφοράς τις κοινές ιστορικές τύχες και την ελληνική καταγωγή. Πράγμα, παρατηρεί ο Μοσχονάς, που αφήνει να εννοηθεί ότι η ενότητα των επτά νησιών κατανοείται ως συμβατική και είναι εκείνη που οδήγησε στη σύλληψη του ομοσπονδιακού σχήματος της Επτανήσου Πολιτείας  και του Ιόνιου Κράτους, αλλά κατά τον Λούντζη οδήγησε και στις αποσχιστικές τάσεις που απείλησαν την ενότητά της14. Επίσης είναι ενδιαφέρον να παρατηρηθεί ότι η Επτανησιακή Γερουσία το 1814 στη διακήρυξη που απηύθυνε στις ευρωπαϊκές δυνάμεις εν όψει του συνεδρίου της Βιέννης, ζητούσε να επανενωθούν με αυτήν οι παλαιές βενετικές κτήσεις του Βουθρωτού, της Πρέβεζας, της Πάργας και της Βόνιτσας, που είχαν αποτελέσει με την σύμβαση της Κωνσταντινούπολης του 1800 ηγεμονία κατά τον τύπο των παραδουνάβιων, καθώς «οι περιοχές αυτές κατοικούνται αποκλειστικά από ‘Ελληνες που έχουν την ίδια  γλώσσα, την ίδια λατρεία  και κοινά συμφέροντα με τους Έλληνες της Επτανήσου». Με αυτά είναι προφανές ότι στις προθέσεις των θεμελιωτών του κράτους δεν υπήρξε ο νησιωτικός του χαρακτήρας (η περίφημη σήμερα «νησιωτικότητα» της συνθήκης της Λισαβόνας του 2007). Εξ άλλου γνωρίζουμε ότι  το νησιωτικό σύνολο του Ιονίου καθώς καταλαμβάνει μεγάλη έκταση σε όλη την δυτική πλευρά του ελληνικού κράτους, παρουσιάζει ορισμένες διαφοροποιήσεις τις οποίες παλαιότερα και τώρα πολλές φορές τόνιζαν και τονίζουν η διοικητική διαίρεση και η συνάφεια με τις γειτονικές ακτές της υπόλοιπης Ελλάδας. Αυτά είχαν ως αποτέλεσμα να παρατηρεί κανείς μεγαλύτερη συνάφεια στις νοοτροπίες και τις συμπεριφορές της Λευκάδας με την Ακαρνανία παρά της Κέρκυρας με τα Κύθηρα, τα οποία διοικητικά ανήκουν στην Περιφερειακή Ενότητα Νήσων Αττικής, με την Αίγινα και το Αγκίστρι.

Αν λοιπόν σήμερα, μετά από 150 χρόνια ελληνικού βίου,  προσδιορίζουμε διαφορές, φανταστείτε πόσες και ποιές θα ήταν αυτές όταν πρώτα η διοίκηση των Γάλλων δημοκρατικών το 1797 και στη συνέχεια η ρωσική το 1799, απέσπασαν τους Ιονίους από την  βενετική πολιτική και πολιτισμική εξάρτηση, καλλιεργώντας το εθνικό τους φρόνημα, επανασυνδέοντάς τους με το ιστορικό παρελθόν τους, προβάλλοντας το μεγαλείο της ελληνικής αρχαιότητας και εξαίροντας τις προγονικές αρετές15. Κι ακόμα περισσότερο φανταστείτε πόση προσπάθεια στη διάδοση απόψεων από ομάδες και στη προώθηση όλων αυτών από την διοίκηση χρειάστηκε για να γίνει αποδεκτή η θριαμβική ένδειξη: «Ετος πρώτο της ελληνικής ελευθερίας», που συμπληρώθηκε στη συνέχεια  με την προτροπή «Πολίτες, ας ενεργήσωμε μια φορά ως άνθρωποι ελεύθεροι και ως Ελληνες»΄, ώστε στο επόμενο βήμα δημόσιες υπηρεσίες και καταστήματα (η βιβλιοθήκη, το τυπογραφείο, η Σχολή Τενέδου) να χαρακτηριστούν  ως «Του Γένους»16.

Αλλά πως ήταν τελικά η ζωή ιδιαίτερα η πολιτισμική, στα νησιά τον κρίσιμο 19ο αιώνα; ‘Ενα μεγάλο μέρος των πληροφοριών για τα Επτάνησα, οφείλεται στην ανθρωπολογική περιέργεια και  στις περιγραφές των περιηγητών, που όμως δεν ήταν πάντα σωστά εφοδιασμένοι για να παρατηρήσουν τα φαινόμενα που όριζαν ως στόχους τους, καθώς η περιήγηση στους τόπους της λατινικής και της ελληνικής αρχαιότητας αποτελούσε μεν στάδιο της ενηλικίωσης και της πολιτισμικής ωρίμανσής τους17 αλλά οι γενικότερες καταρτίσεις τους συνήθως δεν ξεπερνούσαν τα περιορισμένα όρια ενός μέσου καλλιεργημένου ατόμου του καιρού τους18. Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελούν τα κείμενα προσώπων που στη συνέχεια υπηρέτησαν σε κρατικές θέσεις όπως του στη συνέχεια γραμματέα του προτεκτοράτου (και ζακυνθινού γαμπρού) Μπόουεν, ο οποίος χαρακτήριζε τον πληθυσμό της Κέρκυρας μισοβενετικό-μισοαλβανικό19. Τέλος ανάλογες είναι και οι θέσεις των αρμοστών στις υπηρεσιακές  αναφορές τους όπως του Γιανγκ20 που υποστήριζε ότι τα νότια νησιά διαφέρουν  από την Κέρκυρα «κατά την φυλήν, τα αισθήματα και την γεωγραφικήν θέσιν» και πρότεινε την αποικιοποίηση της με τα άλλα βόρεια νησιά21. Ως ιδιαίτερη περίπτωση πρέπει να αντιμετωπισθούν οι βρετανικές μητροπολιτικές εφημερίδες μέσω των οποίων το Υπουργείο Αποικιών ασκούσε την πολιτική του. Οι μεταρρυθμιστές                στην εφημερίδα τους «Το Μέλλον»22  κατήγγειλαν τόσο το άρθρο των Times, το οποίο χαρακτήριζε τον κάτοικο του Ιονίου ως: «εξευτελισμένο, νωθρό, άτιμο, αμαθή», όσο  και του Weekly Magazine: «Αι Ιονικαί νήσοι κατά το 1849» όπου μεταξύ άλλων αναφερόταν: «Κύτταξε, Κύριέ μου, πόσον επικίνδυνος είναι ο λαός μετά του οποίου έχομεν να κάμωμεν· πρό τινων μηνών οι Κεφαλλήνες κατέβησαν εις την πρωτεύουσάν των, εφόνευσαν δύω στρατιώτας Άγγλους και έξ των ιθαγενών, παρά τους άλλους πληγωθέντας»23. Γι αυτό αν θελήσουμε να εξετάσουμε τους μετασχηματισμούς των συλλογικών νοοτροπιών και των συμπεριφορών της επτανησιακής κοινωνίας  πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί στη χρήση ως πηγών. Τόσο των περιηγητικών κειμένων, καθώς όλες οι εκδηλώσεις της κοινωνικής ζωής αναλύονται και μέσα από το πρίσμα του εγκυκλοπαιδικού κλασικισμού ή αν θέλετε ακόμα περισσότερο μιας προτεσταντικής θεώρησης των πραγμάτων, όσο και των διπλωματικών καθώς προσαρμόζονται στα γεωπολιτικά ζητούμενα των κυβερνήσεών τους.

Από την άλλη, η επιτυχία του σχήματος «διαμόρφωση της εθνικής συνείδησης μέσω της εκπαίδευσης», που κυριάρχησε αυτά τα χρόνια, στα πλαίσια του λεγόμενου «ελληνικού διαφωτισμού», ήταν συναρτημένη με την ανατροφοδότηση της ελληνικής κοινωνίας με ιδέες, μηχανισμούς, νοοτροπίες  και συμπεριφορές από τους ευρωπαϊκούς λαούς, που διατηρούσαν και προωθούσαν την εκπαιδευτική παράδοση του αρχαίου ελληνολατινικού κόσμου. Ο μηχανισμός αυτός της αξιοποίησης των δυτικών επιτευγμάτων, που ονομάστηκε από τον Κοραή «μετακένωση», μαζί με τις  μεταφράσεις υπήρξαν  τα αποτελεσματικά μέσα για τη μεταφορά στις ελληνικές περιοχές των αγαθών της δυτικοευρωπαϊκής παιδείας.  Βέβαια, μέσα στην μετακένωση υπήρξε και η υπερβολή αλλά σε σχέση με όλα αυτά και ως αποτέλεσμα βαθύτερων οικονομικών και κοινωνικών αλλαγών, σημειώθηκαν επίσης, βαθμιαίες αλλοιώσεις στις συλλογικές συμπεριφορές24. Το φαινόμενο αυτό στην περίπτωση της Επτανήσου έγινε ενωρίτερα και εντονότερα, ενώ στην περίπτωση των υπόλοιπων ελληνικών περιοχών έγινε αργότερα και με διαφορετικές ταχύτητες. Όμως μετά την επανάσταση του 1821 στις απελευθερωμένες περιοχές οι συνθήκες άλλαξαν και  οι πολιτισμικοί δείκτες κινήθηκαν ταχύτερα και δυναμικότερα, ξεπερνώντας τουλάχιστον στα πεδία της δημόσιας εκπαίδευσης τις επτανησιακές από το 1840 και μετά, όταν το βρετανικό προτεκτοράτο στην προσπάθειά του να ελέγξει την εκπαίδευση αποδυνάμωσε με την Commissione Generale all istruzione Pubblica με το σκεπτικό που είχε πρωτοδιατυπώσει ο Ανταμ: «όλες οι επιδιώξεις είναι ελληνικές και δεν υπάρχει τίποτε το οποίο να ενισχύει στο ελάχιστο είτε να βελτιώνει τις σχέσεις μεταξύ προστατευομένων και προστάτιδας δύναμης»26 με αποτέλεσμα να συρρικνωθούν και οι τελευταίες δομές που είχε δημιουργήσει ο Γκίλφορντ.

Οι μορφωτικοί δείκτες λειτούργησαν με τους ίδιους ρυθμούς και στις υπόλοιπες περιοχές μετά την απελευθέρωσή τους, όταν πλέον «η αφομοίωση» που επιδιώχθηκε για την Επτάνησο  με τις νομοθετικές ρυθμίσεις του Νόμου ΡΗ του 1865 είχαν εξισώσει τις εκπαιδευτικές δυνατότητες στο Κράτος, και είχαν απονείμει το αποκλειστικό δικαίωμα της ανώτερης  και ανώτατης εκπαίδευσης στην πρωτεύουσα Αθήνα, που θεωρητικά τουλάχιστον δημιουργούσε  προϋποθέσεις για πολιτισμικά  ισοζύγια εις βάρος μιας εξ αιτίας των γεωπολιτικών συσχετισμών, της ατμοκίνητης ναυτιλίας και των σεισμών, διαρκώς οπισθοδρομούσας Επτανήσου.

Παράγων που πρέπει με προσοχή να αναλυθεί είναι ο σχηματισμός των πολιτικών πυρήνων με πατριωτικό προσανατολισμό και αντικαθεστωτική δράση, που μετά τις συνταγματικές μεταρρυθμίσεις του 1848-1849 μετεξελίχθηκαν στα δυο πρώτα εθνικά κόμματα, το κόμμα αρχών ριζοσπάστες και το κόμμα εξουσίας μεταρρυθμιστές. Αυτοί καλλιέργησαν τον ελληνικό κοινοβουλευτισμό και μαζί με τις λέσχες, τα αναγνωστήρια και τις εφημερίδες διέδωσαν στα ευρύτερα στρώματα την εθνική ιδέα συμπυκνωμένη στο όραμα της εθνικής και κοινωνικής αποκατάστασης του ελληνισμού, όπως διατυπώθηκε  από τους ριζοσπάστες: Η δημιουργία ενός ενιαίου, ελεύθερου και ανεξάρτητου εθνικού κράτους που θα περιλάμβανε όλους τους Ελληνες. Ας σημειωθεί ότι ο ελληνικός αλυτρωτικός οραματισμός της Μεγάλης Ιδέας αναδιατυπώθηκε εδώ, με το ψήφισμα της Ενάτης των Ιονίων Βουλής27. 

Επανέρχομαι λοιπόν στο αρχικό ερώτημα: Αποτελούν άραγε τα Επτάνησα γεωγραφικό, οικονομικό, πολιτικό και πολιτισμικό σύνολο στο οποίο αναπτύχθηκε κάποιες δεκαετίες μια πολιτισμική έξαρση που προσδιορίζεται ως «Επτανησιακός πολιτισμός»; Πριν απαντήσουμε «αναμφισβήτητα Ναι»  πρέπει να λάβουμε  υπ όψιν το εξής απόσπασμα του Γεώργιου Βερύκιου: «Η Επτάνησος –ιστορικόν όνομα λυπηρόν ουχ ήττον ή και  θυμηδές, μνήμην εμβάλλον ημίν περί των ξενικών καταπιέσεων και των κοινών παθημάτων […] εγένετο εν χαλεποίς καιροίς ξενικών δεσποτειών αποκύημα, αι επενόησαν επτά νήσους αλλήλων φύσει διαχωριζομένας και διαφερούσας κατά τας κοινωνικάς ανάγκας και τα επαρχιακά συμφέροντα παρά φύσιν συνάψαι εις μίαν αυτοτελή και αδιαίρετον πολιτείαν…»28. Ο Μοσχονάς από αυτό συμπεραίνει ότι πρέπει να θεωρηθεί ύποπτο εφεύρημα η δημιουργία της επτανησιακής ενότητας, ως σύλληψη που ανταποκρινόταν στα σχέδια ή τις άμεσες ή απώτερες βλέψεις των ισχυρών της Ευρώπης29. Το συμπέρασμα αυτό όμως έχει τον αντίλογό του: Οποιες και να ήταν οι προθέσεις των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων για τη  δημιουργία των δυο κρατών Ελλήνων στην περιοχή (της «Επτανήσου Πολιτείας» και του «Ιονίου  Κράτους»), όποια και να ήταν η πολιτειακή μορφή αυτών των κρατών και η επιτυχής ή ανεπιτυχής διοίκησή τους, όποιες και αν υπήρξαν οι δυσκολίες που δημιούργησαν οι πολιτικές, οι διπλωματικές  και οι οικονομικές συνθήκες στα κράσπεδα Ανατολής και Δύσης, που είναι τοποθετημένα τα νησιά του Ιονίου, σε άλλα περισσότερο, σε άλλα λιγότερο δημιουργήθηκαν καταστάσεις που επέτρεψαν την ανάπτυξη ενός ιδιαίτερου ελληνικού πολιτισμού, τον οποίο έστω και αν δεν έχει την παλαιά λάμψη του, έστω κι αν μερικές φορές τον συναντάμε σε ψηφίδες, έχουμε την υποχρέωση να τον συντηρήσουμε. Οσο για το ελληνικό φρόνημα των κατοίκων και των ηγεσιών τους (και με αυτό θα κλείσω) ας παραμείνουμε στις δυο εξαγγελίες που επίσημα διατυπώθηκαν στις αρχές του 19ου αιώνα, πριν την έκρηξη της Επανάστασης και τη  δημιουργία του Ελληνικού Κράτους. Τις 14 Οκτωβρίου 1803 από τον Ηγεμόνα της Επτανήσου Πολιτείας Γεώργιο – Σπυρίδωνα κόμη Θεοτόκη:  «..το Έθνος μας που αναγεννήθηκε, απόκτησε όνομα ελληνικό, πατρίδα ελληνική και ελευθερία ελληνική...»30  και  στις 23 Απριλίου 1817 από  τον Πρόεδρο της Νομοθετικής Συνέλευσης του Ιονίου Κράτους Εμμανουήλ βαρώνο Θεοτόκη που κατά την αντιφώνησή του προς τον Μαίτλαντ χαρακτήρισε τα Επτάνησα ως ελληνικό έδαφος και αναφέρθηκε στην αναγέννηση της ελληνικής ελευθερίας31.

Πρόσφατα  παρακολουθήσαμε την συναυλία που έδωσε o αρχιμουσικός Βύρων  Φιδετζής με την «Φιλαρμόνια Ορχήστρα Αθηνών» κατά την οποία μαζί με άλλα έργα του Δομένικου Παδοβάνη και του Διονύσιου Ροδοθεάτου παίχτηκε για πρώτη φορά στην Αθήνα (από το 1820 που πρωτοακούστηκε  στο Σαν Τζάκομο στην Κέρκυρα) η Καντάτα του Νικόλαου Χαλικιόπουλου-Μάντζαρου «Ulisse agli Elisi». Στο διάλειμμα μου λέει ο καθηγητής κύριος Μεταξάς «Για φαντάσου! Το 1820 υπήρχε μια κοινωνία που δημιουργούσε, απολάμβανε και αξιολογούσε αυτό το έργο». Με αυτή την ανάμεικτη με θαυμασμό και μελαγχολία διαπίστωση θα ολοκληρώσω  την αποψινή εισήγηση. «Για φαντάσου τι υπήρξε».

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Εισήγηση στην Ημερίδα για τον εορτασμό των 180 χρόνων της Αναγνωστικής Εταιρίας Κερκύρας «Το μέλλον της επτανησιακής ταυτότητας: οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν τα επτανησιακά πνευματικά Ιδρύματα και οι Επτανήσιοι για τη μελέτη, τη διάδοση και την εξέλιξη του επτανησιακού πολιτισμού», Κέρκυρα, 26 Νοεμβρίου 2016.
2.  Dictionnaire de l'Académie française - neuvième édition,(2001).
3. Peoples James, Bailey Garrick, Humanity: An Introduction to Cultural Anthropology. Cengage Learning, 2000. Αγγελόπουλος Γ. «Εθνοτικές ομάδες και ταυτότητες. Οι όροι, η εξέλιξη της σημασίας και του περιεχομένου τους». Σύγχρονα Θέματα 63 (1997) σ. 18-25. Μοσχονάς Ν.Γ., «Η έννοια της εθνότητας και η εθνική ιδέα στα Επτάνησα», Κεφαλληνιακά Χρονικά, τ. 8 (1999),  Αφιέρωμα στον Γ. Γ. Αλισανδράτο, Αργοστόλι 1999,  σ. 391-406.
4. Peoples James, Bailey Garrick, Humanity οπ
5.  Αρβανιτάκης Δ., Ανδρέας Μουστοξύδης- Αιμίλιος Τυπάλδος , Αλληλογραφία 1822-1860, Μουσείο Μπενάκη -Κότινος, Αθήνα 2005, σ. 99.
6.  Αρβανιτάκης, Δ., Κοινωνικές αντιθέσεις στην πόλη της Ζακύνθου: Το Ρεμπελιό των Ποπολάρων (1628). Αθήνα: Μουσείο Μπενάκη - Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο, 2001. Καραπιδάκης Ν., «Από την ιστορία των πόλεων: η διαμόρφωση της ομάδας των κερκυραίων πολιτών. ΙΕ΄- ΙΣΤ΄ αιώνες». Εώα και Εσπέρια,1(1993),σ. 133-143. Παγκράτης, Γερ., Κοινωνία και οικονομία στο βενετικό «κράτος της θάλασσας»: οι ναυτιλιακές επιχειρήσεις της Κέρκυρας (1496-1538). Αθήνα, Πεδίο , 2013.Μοσχονάς Ν. Γ., «Η πολιτική ιδεολογία στα Ιόνια Νησιά κατά τη δημοκρατική περίοδο, 1797-1799»,  Κεφαλληνιακά Χρονικά, τ. 6 (1994) σ. 355-369.
7. Αλεξάκης Ν., «Παρατηρήσεις στη φωνητική, τη μορφολογία και τη σύνταξη του κερκυραϊκού ιδιώματος», Μελέτες για την Ελληνική Γλώσσα. Πρακτικά της 25ης ετήσιας συνάντησης του Τομέα Γλωσσολογίας του Τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (7-9 Μαΐου 2004). Θεσσαλονίκη, (2005), σ.19-30. Ιδρωμένος Μ.Σ., Η εθνική γλώσσα εις την Επτάνησον, Κέρκυρα 1849. Σαλβάνος Γ, «Το γλωσσικόν ιδίωμα των αγροτών Κερκύρας και η εξ αυτού διάσωσις της εθνικής γλώσσης εν όλη τη νήσω». Πρακτικά 3ου Πανιονίου Συνεδρίου, Αθήνα, 1969, σ.340-353. Χυτήρης Γ.,  «Η παρουσία της αρχαίας ελληνικής στο κερκυραϊκό ιδίωμα». Δελτίο Αναγνωστικής Εταιρίας Κέρκυρας 19(1982) σ. 33-48.
8. Κουρκουμέλης Ν. Κ., Η εκπαίδευση οπ, σ. 89
9.  Αρβανιτάκης, Ανδρέας Μουστοξύδης οπ σ.17 επ.
10. Στην Κέρκυρα η εβραϊκή κοινότητα, χρησιμοποιούσε με ακραίο τρόπο τα λεγόμενα «κορφιάτικα». Πρβλ Umberto Fortis e Paolo Zolli, La parlata giudeo-veneziana, Carucci, Ασίζη-Ρώμη, 1979.
11.  Σολδάτος  Κ., «Η εθνική γλώσσα εις την Επτάνησον με μίαν ανέκδοτον έκθεσιν του λόρδου Γκύλφορντ  περί της εισαγωγής της ελληνικής γλώσσης επισήμως εις το Ιόνιον Πανεπιστήμιον», Β Πανιόνιον Συνέδριον, Πρακτικά- Ανακοινώσεις, Κερκυραϊκά Χρονικά 13 (1967) σ.84-104.  Κουρκουμέλης Ν.Κ., σ.
12.  Promemoria sulla condizione attuale delle Isole Ionie... (Λονδίνο1840) Πρβλ  Al dispaccio del 10 aprile 1840 da sir Howard Douglas lord alto commissario di S. M. negli Stati Uniti del Ionio indirizzato a S. S. il segretario di Stato per le colonie. Confutazione (Μάλτα, 1841). Αρβανιτάκης Δ., Ανδρέας Μουστοξύδης οπ, σ.104.
13. Μεταξάς Ι.-Α. Δ., Επτάνησος Πολιτεία 1803, Υφολογικά ευρήματα και «Προκείμενα Αξιώματα» στο προοίμιο του συντάγματος του πρώτου ελληνικού κράτους, Αθήνα 2003.
14.  Μοσχονάς Ν. Γ. « Η έννοια της εθνικότητας και η εθνική ιδέα στα Επτάνησα», Κεφαλληνιακά Χρονικά 8 (1999) σ. 391-406. Λούντζης Ν., Στο Ιόνιο Λιμπερτά τ.4.Υπερβόρεια Ορθοδοξία,Αθήνα 1994.
15.  Λεοντσίνης Γ.Ν., Ιόνια νησιά στη στροφή του 18ου προς τον 19ο αιώνα: Από το «σκότος της δουλείας και της αμάθειας» στο «έαρ της ελευθερίας» και στο «φως του κόσμου» Εθνικόν και Καποδιστριακόν Πανεπιστήμιον Αθηνών- Εθνικό Ιδρυμα Ερευνών, Ελληνικότητα και ετερότητα: Πολιτισμικές διαμεσολαβήσεις και «εθνικός χαρακτήρας» στον 19ο αιώνα, Πρακτικά Συμποσίου, Επιμέλεια: Άννα Ταμπάκη – Ουρανία Πολυκανδριώτη, Αθήνα 2016, τ. Α,  σ. 235-252
16.  Μοσχονάς Ν.Γ., Η έννοια, οπ σ. 393
17. Το  Grand Tour ήταν το παραδοσιακό ταξίδι των νεαρών Ευρωπαίων κυρίως προτεσταντών. Κράτησε από τα μισά του δέκατου έβδομου έως τα μισά του δεκάτου ενάτου αιώνα,  ως μια τελετή πολιτισμικής ωρίμανσης. Πρωταρχικός σκοπός του ταξιδιού ήταν η επαφή με την κλασσική αρχαιότητα και την Αναγέννηση.
18.  Τόλιας Γ., «Μετασχηματισμοί της Επτανησιακής κοινωνίας κατά το τέλος της Ενετοκρατίας», Πρακτικά του Ε΄ Διεθνούς Πανιονίου Συνεδρίου, Αργοστόλι 1989,  τ. 1, σ. 293-304.
19.  Bowen G., Ionian Islands under the British Protection, Λονδίνο  1851, σ.126. Ο Μπόουεν (Sir George Ferguson Bowen, 1821 –1899) αργότερα κυβερνήτης της Νέας Ζηλανδίας, της Αυστραλίας, του Μαυρίκιου και του Χόγκ Κόγκ, ήταν σύζυγος της Διαμαντίνας κόμησας Ρώμα, θυγατέρας του Προέδρου της Ιονίου Γερουσίας  Γεωργίου-Κανδιάνου κόμη Ρώμα
20.  John Young, 1st Baron Lisgar (1807 –1876) , Αρμοστής από το 1855 έως το 1859.
21.  Χιώτης Π., Ιστορία του Ιονίου Κράτους , Ζάκυνθος 1877 , τ. Β΄,  σ.375, 369.
22.  Το Μέλλον (Εφημερίς Πολιτική, Φιλολογική και Εμπορική, έτος Α΄, φ. 43, 22 Οκτωβρίου 1849) Βλ. Κωνσταντίνα Ιωαννίδου, Ο Επτανησιακός τύπος του 19ου αι. Η περίπτωση της εφημερίδας «Το Μέλλον» (Ζάκυνθος 1849-1851), Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Φιλοσοφική Σχολή, Τμήμα Φιλολογίας, αδημοσίευτη μεταπτυχιακή εργασία, Θεσσαλονίκη 2014
23.  Το Μέλλον, έτος Α΄, φ. 25, 18 Ιουνίου 1849.
24.  Κουρκουμέλης Ν.Κ., Μυστικιστικός εταιρισμός και Φιλική Εταιρεία, Φιλογένεια 2016, σ.12-17.
25.  Κουρκουμέλης Ν.Κ., Η εκπαίδευση στην Κέρκυρα κατά τη διάρκεια της βρετανικής προστασίας Αθήνα,  1816-1864, Σύλλογος προς διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων, Αθήνα 2002, σ. 263 .
26.  PRO/CO/136/39/XPO 8648/12 Αυγ 1827.  Κουρκουμέλης Ν. Κ., Νεότερα Καλβικά, Περίπλους, Αθήνα 1999,  σ. 12 .
27.  Κουρκουμέλης Ν.Κ., Τα ενωτικά ψηφίσματα της 9ης, 11ηςκαι 13ης Ιονίου Βουλής, www.academia. edu
28.  Βερύκιος  Γ., Απομνημονεύματα περί της πρώην  Ιονίου Πολιτείας , Κεφαλονιά 1870, σ.169 .
29. Μοσχονάς  Ν.Γ., Η  έννοια, οπ σ.406.
30.  Εφημερίδα Πατρίς, Κέρκυρα 15 Ιανουαρίου 1849 επιφυλλίδα 
31.  «…Coi nostri propri mezzi che non cessano giammai d’ essere i mezzi degli uomini appartenenti ad un suolo Greco […] ha volute rendersi l’ egida della Greca rinascente liberta degli Stati Jonj ...» Πρβλ Μοσχονάς Ν.Γ., Η έννοια, οπ σ. 399.


Ο ΤΥΠΟΣ ΣΗΜΕΡΑ

DISCLAIMER
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή, ολική, μερική ή περιληπτική ή κατά παράφραση
ή διασκευή απόδοση του περιεχομένου του παρόντος web site με οποιονδήποτε τρόπο, ηλεκτρονικό, μηχανικό,
φωτοτυπικό, ηχογράφησης ή άλλο, χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια του webmaster.
© 2014-15 ermisnews.gr. All Rights Reserved.
Designed & Developed by
GeeSmo - Internet Transformation
Συνδεθείτε μαζί μας